GAZZETTA.GR: Να σας μιλήσω για τον φόβο και το ρατσισμό;


Ο Χρήστος Κιούσης περιγράφει σε ένα κείμενο την εμπειρία του “δουλεύοντας” για λίγες ώρες με πρόσφυγες και μετανάστες.

Περπατώ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, έχω μόλις φύγει από το γραφείο, πηγαίνω προς το parking για να πάρω το αυτοκίνητο και είμαι μόνος. Γύρω στο 1,90 και πέριξ των 100 κιλών δε με λες και «ευπαθή ομάδα πληθυσμού» αλλά η εγκληματικότητα δε τα κοιτάει αυτά. Πλησιάζω μια ομάδα νεαρών ανδρών που δεν είναι Έλληνες, μοιάζουν αραβικής καταγωγής,  μη με ρωτάτε που το ξέρω, αυτά τα καταλαβαίνεις εύκολα στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης. Φοράω ένα στρατιωτικό παντελόνι και μαύρο μπουφάν. Σκέφτομαι ότι αν ένας από αυτούς τους νεαρούς ήταν μόνος και μια ομάδα ανδρών σαν εμένα πλησίαζε, ίσως ένιωθε κι εκείνος το ελαφρύ σφίξιμο που τώρα νιώθω εγώ.

Σφίγγω λίγο περισσότερο την τσάντα που έχει μέσα το laptop μου και τους προσπερνώ. Δεν ασχολείται κανείς μαζί μου, συζητούν στην αραβική γλώσσα τους, μετά από 5 λεπτά ούτε θα με θυμούνται, ούτε θα τους θυμάμαι. Αυτό το στιγμιαίο σφίξιμο που ένιωσα, η ανησυχία, ο φόβος είναι συναισθήματα αντανακλαστικά. (Μήπως είναι και ρατσισμός;)  Δεν οφείλονται μόνο σε μένα, οφείλονται σε όσα ακούω, διαβάζω, μαθαίνω κάθε μέρα. Σκέφτομαι: Παλιά ήταν οι νταήδες της γειτονιάς, τώρα είναι οι ξένοι, πάντα θα υπάρχει κάποιος να με κάνει να νιώθω ένα σφίξιμο.

Τις επόμενες μέρες μου τηλεφωνεί μια φίλη δημοσιογράφος συνεργάτης της MKO SolidarityNow και μου κάνει μια πρόταση. «Θες να κάνεις ένα σεμινάριο παραγωγής podcast σε πρόσφυγες και μετανάστες;» Ρώτησα τα απαραίτητα διευκρινιστικά και είπα, «ναι, γιατί όχι;» Βρέθηκα έτσι μετά από μερικές μέρες στα γραφεία μιας κανονικής ΜΚΟ, όχι σαν αυτές που διαβάζουμε για την ανυπαρξία δραστηριότητας και τις υπαρκτές επιχορηγήσεις και περνώντας το κατώφλι της μπήκα σε έναν άλλο κόσμο. Όλοι οι άνθρωποι που συναντώ, προσπερνώ καθημερινά στο δρόμο μαζεμένοι εκεί. Μπροστά σε ευγενικά νέα παιδιά – συνεργάτες της ΜΚΟ να προσπαθούν να βρουν μια άκρη με τα γραφειοκρατικά τους. Αρκετοί μπροστά σε οθόνες υπολογιστών προσπαθούν να επικοινωνήσουν μέσω mail ή facebook.

Οι συνεργάτες του SolidarityNow στο Blue Refugee Center όλοι χαμογελαστοί, οι «ωφελούμενοι» (έτσι τους ονομάζουν) λίγο σφιγμένοι, λίγο φοβισμένοι, λίγο επιφυλακτικοί. Μπαίνουμε σε μια αίθουσα που περισσότερο θυμίζει αίθουσα νηπιαγωγείου παρά τάξη ενηλίκων. Το ελληνικό αλφάβητο, βασικές ελληνικές λέξεις, ζωγραφιές για αντιστοίχιση λέξεων και αντικειμένων παντού στους τοίχους γύρω μου. Οκτώ άνθρωποι από 18 έως 45 με κοιτάζουν αλλά όχι μέσα στα μάτια, λίγο περιφερειακά, σπάνια τα βλέμματά μας συναντιούνται. Τα ονόματά τους εξωτικά. Usama, Omar, Samir κι άλλα που δυσκολεύομαι να συγκρατήσω. Χώρες τους η Συρία, το Ιράκ, η Αλγερία, η Τουρκία. Ξέρω-ξέρω άλλο πρόσφυγας, άλλο μετανάστης αλλά την παρούσα στιγμή πρέπει να βρω ένα τρόπο να επικοινωνήσω.  «Πρέπει να σκεφτώ κάτι να σπάσω τον πάγο»,  σκέφτομαι…

«Αν μπορούσατε να έχετε μια υπερδύναμη, ποιά θα ήταν αυτή;» τους ρωτάω; Με κοιτάζουν σαν εξωγήινο, χαμογελούν αμήχανα μεταξύ τους. «Εγώ θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου», συνεχίζω. Τώρα δε χαμογελούν απλά, γελούν. Με μένα; Μαζί μου; Δεν πειράζει, αρκεί που έσπασε ο πάγος. Προσπαθώ στις επόμενες δυο ώρες να τους εξηγήσω τι είναι podcast, τους μιλάω για το Λόγο, τη Μουσική, για μικρόφωνα, δωρεάν software που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, μια που έχουν  πρόσβαση σε pc  μέσω της ΜΚΟ και τους παροτρύνω να δοκιμάσουν. «Θα μπορούσε να είναι ένα μέσο επικοινωνίας με φίλους που χαθήκατε ή συγγενείς σας μακριά, αν σας ακούσουν να μιλάτε μέσω ενός podcast που θα ποστάρετε σε μια πλατφόρμα». Δίνουμε ραντεβού στο studio του ευγενικού φίλου και συναδέλφου Δημήτρη μερικά απογεύματα μετά για πρακτική άσκηση. Στο τέλος του θεωρητικού μαθήματος τους ζητώ συγγνώμη, αν τους κούρασα με πολλά λόγια κι αν τους έκανα να βαρεθούν. Ο ένας από τους νεαρούς λέει κάτι στη μεταφράστρια και μου δίνει το χέρι. «Θέλει να σας πω, ότι σας ευχαριστούν πολύ που ήρθατε και τους είπατε τόσο ενδιαφέροντα πράγματα κι ότι ανυπομονούν να βρεθείτε ξανά στο studio».

Εμφανίζονται στο studio οι τέσσερις από τους οκτώ.  Συνοδεύονται από μέλη του SolidarityNow κι έναν άντρα μεταφραστή. Συχνά πυκνά τους αποκαλεί χαμπίμπι αντί για τα ονόματά τους. Οι δυο από αυτούς έχουν παρεξηγήσει τον όρο «προετοιμασία» που τους ζήτησα κι έχουν έρθει προετοιμασμένοι να ραπάρουν στα αραβικά. Ούτε είχα ιδέα πόσο πολύ γουστάρουν την Ραπ μουσική και σε εκείνη τη μεριά του πλανήτη. Ο πρώτος που στέκεται μπροστά στο μικρόφωνο αληθινά προετοιμασμένος, έχει φέρει μια ολόκληρη σελίδα γραμμένη στη γλώσσα του, μητρική για εκείνον, ακατανόητη σε μας. Διαβάζει το κείμενο και μας ζητάει να χρησιμοποιήσουμε τρία τραγούδια για μουσικό χαλί αλλά και για να «ξεκουράζουν» τον ακροατή ανάμεσα στις παύσεις του λόγου του, όσο ακούει το podcast. Το ένα είναι το  Le petite fille de la mer του Βαγγέλη Παπαθανασίου, το δεύτερο είναι το μουσικό θέμα από το Casa de papel,  όχι το γνωστό των τίτλων αρχής, αλλά ένα αργό ορχηστρικό κομμάτι, το τρίτο είναι το θέμα της Amelie. Ξαφνιαζόμαστε όλοι με τις μουσικές του επιλογές, τη μουσική του παιδεία. (Είναι αυτό από μόνο του ρατσιστικό;)

Όση ώρα φτιάχνουμε αυτό το δείγμα podcast στα αραβικά και κάνουμε insert τα τραγούδια με τον Δημήτρη, ο τέταρτος της παρέας γράφει μερικά λόγια σε ένα χαρτί. «Προχειροδουλειά», σκέφτομαι αλλά δεν λέω κάτι, εξάλλου ίσως εγώ έφταιγα στο θεωρητικό μάθημα, που δεν ήμουν αρκετά κατανοητός περί προετοιμασίας. Έρχεται κάποια στιγμή η ώρα να «αναμετρηθεί» κι αυτός με το μικρόφωνο. Έχει γράψει λίγα μόνο πράγματα, αυτή την φορά όμως στα αγγλικά. Θα έχουμε την ευκαιρία να «ακούσουμε» τις σκέψεις του. Ξεκινά να διαβάζει με λιγότερη άνεση από τον προηγούμενο μια που δεν εκφράζεται στη μητρική του γλώσσα, τα αγγλικά του είναι στοιχειώδη, η φωνή του τρέμει.

Μιλά για την μάνα του, τις στιγμές που πέρασε πάνω στη βάρκα στο Αιγαίο, τον φόβο και το καρδιοχτύπι των μεταναστών και των προσφύγων (άραγε χτυπά διαφορετικά η καρδιά των μεν και των δε;) τον πατέρα του, που του λείπει και το πόσο θα ήθελε να είχε το χέρι του μέσα στο δικό του και να μπορεί να κοιμηθεί πάνω στο στήθος του. Στο λαιμό μου ανεβαίνει ένας κόμπος, δεν περίμενα να ακούσω τόσο ευαίσθητα λόγια, δεν φαντάστηκα τη νοσταλγία και τον πόνο που μπορεί να νιώθει αυτός ο σκουρόχρωμος νεαρός απέναντί μου. (Πολύ ρατσιστικό αυτό που μόλις είπα ε;) «Σοβαρέψου Χρήστο, επαγγελματίας είσαι», σκέφτομαι. Του λέω ένα μπράβο και κάνω save το αρχείο για να το επεξεργαστούμε με τον Δημήτρη αργότερα. Συνοδεύουμε το γκρουπ στην έξοδο του studio και βγάζουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες με την φωτογράφο μας Έλλη Δέλλιου. Τα παιδιά φεύγουν με τους συνοδούς τους από τη ΜΚΟ και μένουμε οι δυο μας με τον Δημήτρη σε ένα κλίμα λίγο φορτισμένο. Λέμε λίγα πράγματα διαδικαστικά και φεύγω.

 

Περπατώ στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, έχω μόλις φύγει από το studio, πηγαίνω προς το parking, για να πάρω το αυτοκίνητο και είμαι μόνος.  Πλησιάζω μια ομάδα νεαρών ανδρών που δεν είναι Έλληνες, είναι αραβικής καταγωγής, μιλούν στη μητρική τους γλώσσα έντονα, δυνατά σαν να τσακώνονται ή ίσως σαν να αστειεύονται. Δεν σφίγγω την τσάντα με το laptop πάνω μου, δεν νιώθω το ελαφρύ σφίξιμο του φόβου. Η γλώσσα τους είναι μελωδική, εξωτική. Δεν θα αποκτήσω ποτέ την υπερδύναμη που ονειρεύομαι από παιδί, δεν θα μιλάω ποτέ όλες τις γλώσσες του κόσμου. Αν είχα τον χρόνο θα ξεκινούσα από τα αραβικά.

 

Υ.Γ. Που αρχίζει και πως τελειώνει ο φόβος; Που αρχίζει και πως τελειώνει ο ρατσισμός; Μια γνωριμία είναι μια καλή αρχή. Για τις στατιστικές της εγκληματικότητας ευθύνονται και οι πολιτικές. Αν κάποιος πειράξει τα παιδιά μου, τη σύντροφό μου, τους αγαπημένους μου, εμένα,  πιθανώς να αναβλύσει από μέσα μου το μεγαλύτερο μίσος, ο χειρότερος εαυτός μου. Το πιο επικίνδυνο ένστικτο του ανθρώπου είναι ο αντανακλαστικός αντικατοπτρισμός του Κακού.

Υ.Γ. 2 Ευχαριστώ Ελένη Σταματούκου, κάθε σου τηλεφώνημα είναι ένα παραθυράκι προς κάτι ωραίο. Ευχαριστώ Δανάη Καπράλου για τη βοήθεια και φυσικά Έλλη Δέλλιου για το φωτογραφικό υλικό.