IRIN NEWS: Ας σταματήσει η Ελλάδα να γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος! της Φωτεινής Ράντσιου, Σύμβουλος πεδίου του «αλληλεγγύη-SolidarityNow»


Η Φωτεινή Ράντσιου είναι εθελόντρια και Σύμβουλος Πεδίου του «αλληλεγγύη-SolidarityNow», σε άδεια από το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) του ΟΗΕ. Το άρθρο της δημοσιεύθηκε στο IRINNEWS στις 2 Φεβρουαρίου 2016.

Καθώς τα ελληνικά νησιά συνεχίζουν να υποδέχονται περίπου 2.000 μετανάστες και πρόσφυγες κάθε μέρα, παρά τις δύσκολες συνθήκες που επικρατούν την περίοδο του χειμώνα στη θάλασσα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες προσπαθούν να αποτρέψουν την περαιτέρω μετακίνησή τους. Η Ελλάδα βρίσκεται υπό πίεση και ολοένα και πιο απομονωμένη.
Την περασμένη εβδομάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συζήτησε τα αποτελέσματα της έκθεσης αξιολόγησης της Ελλάδας σύμφωνα με την οποία διαπιστώνονται σοβαρές ελλείψεις στη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης, γεγονός που αναζωπύρωσε τη συζήτηση για το εάν η Ελλάδα θα πρέπει να αποχωρήσει από τη ζώνη Σένγκεν.
Εάν μετά από τρεις μήνες οι «σοβαρές ελλείψεις εξακολουθούν να υφίστανται», η Ελλάδα μπορεί να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από τη Σένγκεν για διάστημα έως και δύο ετών. Αυτό το σενάριο δεν θα έχει μόνο καταστροφικές συνέπειες για την ήδη εύθραυστη εθνική οικονομία της Ελλάδας -με δυνητικές επιπτώσεις στον τουρισμό και τη διακίνηση εμπορευμάτων μέσω των Βαλκανίων- αλλά θα δημιουργήσει επίσης μία άνευ προηγουμένου ανθρωπιστική κρίση καθώς, εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες θα παραμείνουν εδώ για αόριστο χρονικό διάστημα.
Την πιθανότητα αναστολής έχει αρνηθεί κατηγορηματικά ο επίτροπος της ΕΕ για τη Μετανάστευση και τις Εσωτερικές Υποθέσεις, αλλά την περασμένη εβδομάδα η Ύπατη Αρμοστεία ζήτησε από τους εταίρους της στην Αθήνα να αρχίσουν να εργάζονται για την κατάρτιση ενός σχεδίου επείγουσας ανάγκης -για περίπου 200.000 άτομα που εκτιμάται ότι θα εγκλωβιστούν στη χώρα μέσα στους επόμενους μήνες.
Η Ελλάδα δεν έχει κοινά σύνορα με οποιοδήποτε άλλο κράτος μέλος της ζώνης Σένγκεν, γεγονός που τη φέρνει σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη θέση, δεδομένου ότι μπορεί να «σφραγιστεί» εξωτερικά με μονομερείς ενέργειες. Στην πραγματικότητα, τα σύνορα ανάμεσα στην Ελλάδα και την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ), η οποία είναι η κύρια πύλη προς τη διαδρομή των δυτικών Βαλκανίων, έχει κλείσει για όλες τις εθνικότητες από το Νοέμβριο -εκτός Σύρων, Ιρακινών και Αφγανών- και τις τελευταίες εβδομάδες έχει κλείσει τελείως για κάποιες μέρες, αφήνοντας χιλιάδες μετανάστες και αιτούντες άσυλο να κοιμούνται στην ύπαιθρο σε εξαιρετικά χαμηλές θερμοκρασίες.
Οι συνοριακοί περιορισμοί της ΠΓΔΜ, οι οποίες περιλαμβάνουν ένα νέο φράχτη, είναι μια αντίδραση σε παρόμοιους περιορισμούς που επιβάλλονται από ευρωπαϊκές χώρες βορειότερα. Έχουν συμβάλει σε μια αίσθηση επείγοντος για τους πρόσφυγες ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους, πριν η Ευρώπη (και η Ελλάδα) κλείσει τελείως τα σύνορά της. Ταυτόχρονα, οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να εξηγήσουν το συνεχιζόμενα υψηλό αριθμό των αφίξεων στα ελληνικά νησιά, ακόμα και στα μέσα του χειμώνα.
Πρόσφατα, η υπουργός Εσωτερικών της Αυστρίας πρότεινε η Ελλάδα να κάνει περισσότερα για την προστασία των θαλάσσιων συνόρων της με την Τουρκία, κάνοντας χρήση του Ναυτικού της. «Είναι μύθος ότι τα ελληνοτουρκικά σύνορα δεν μπορούν να προστατευθούν», είπε η Johanna Mikl-Leitner. Ωστόσο, η χρήση του Ναυτικού για περιπολίες και την αποτροπή σκαφών προκειμένου να μη φθάσουν στα νησιά, ισοδυναμεί με την αντιμετώπιση των προσφύγων ως εισβολείς.
Ένας εκπρόσωπος της Frontex -της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για τη φύλαξη των συνόρων- τόνισε ότι τα θαλάσσια σύνορα είναι σχεδόν αδύνατον να ελεγχθούν πλήρως και ότι οι επαναπροωθήσεις σκαφών προς τις τουρκικές θάλασσες είναι παράνομες σύμφωνα με την «αρχή της μη επαναπροώθησης» όπως ορίζει η Σύμβαση για το Καθεστώς των Προσφύγων του 1951.
Η Ελλάδα έχει επίσης κατηγορηθεί για την αποτυχία της να αναβαθμίσει την αξιοποίηση των «hotspots» -μια πρωτοβουλία της ΕΕ για τον έλεγχο και τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων των μεταναστών και των προσφύγων που καταφθάνουν στην Ελλάδα και την Ιταλία. Μέχρι στιγμής, μόνο ένα από τα πέντε hotspots είναι έτοιμο και λειτουργεί στη Λέσβο -το νησί που λαμβάνει το 60% των νέων αφίξεων. Τα υπόλοιπα νησιά μπορούν να πραγματοποιήσουν μόνο τη βασική λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, διότι δεν διαθέτουν την τεχνολογία για να προβούν σε εγγραφές στο βιομετρικό σύστημα, παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση ζήτησε το απαραίτητο υλικό από την ΕΕ πριν από έξι μήνες.
Η τρέχουσα πίεση στην Ελλάδα πηγάζει εν μέρει από την εσφαλμένη υπόθεση ότι οι αφίξεις των προσφύγων στην Ευρώπη θα μπορούσαν να επιβραδυνθούν σημαντικά από τη διοχέτευση βοήθειας προς την Τουρκία για να βελτιώσει τις συνθήκες για τους 2,2 εκατομμύρια Σύρους που υπολογίζεται ότι ζουν εκεί. Η πραγματικότητα είναι ότι οι περισσότεροι Σύροι πρόσφυγες φθάνουν στην Ελλάδα μετά από σύντομη στάση στην Τουρκία και υπάρχει μικρό ή και απουσία κινήτρου για τις υπόλοιπες εθνικότητες να παραμείνουν στην Τουρκία.
Οι πρόσφυγες θα εξακολουθήσουν να βασίζονται σε λαθρεμπόρους για να φθάσουν στην Ευρώπη μέσω Ελλάδας, εκτός εάν η ΕΕ βρει για αυτούς μια βιώσιμη εναλλακτική λύση. Όπως είπε ο Francois Crepeau, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μεταναστών: «Η καταπολέμηση των λαθρεμπόρων μεμονωμένα, είναι άχρηστη. Η αγορά της παράνομης μετανάστευσης δημιουργείται από τα εμπόδια στη μετακίνηση».
Οι κάτοικοι των ελληνικών νησιών έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στην αντιμετώπιση της αδιάκοπης ροής των σκαφών με μετανάστες εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Αναγκάστηκαν να παρακολουθούν ανήμποροι, σχεδόν καθημερινά, καθώς το Αιγαίο ξέβραζε νεκρά σώματα στις ακτές τους.
Η έλλειψη μιας συνεκτικής πολιτικής της ΕΕ έχει δημιουργήσει μια ανθρωπιστική κρίση για εκείνους που αναζητούν άσυλο αλλά και για όλους όσοι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή. Επίσης, έχει επιτρέψει σε ευρωπαίους πολιτικούς να υιοθετήσουν ακραίες θέσεις για τη μετανάστευση, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που απειλεί να κλείσει την πόρτα στους πρόσφυγες που έχουν ανάγκη προστασίας.
Γράφοντας πρόσφατα για την κρίση, η Μαρία Σταυροπούλου, Διευθύντρια της Ελληνικής Υπηρεσίας Ασύλου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «τα κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να αρχίσουν να αντιλαμβάνονται την Ευρώπη ως έναν ενιαίο χώρο ασύλου με ένα κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ασύλου και να εργαστούν προς την επίτευξη αυτών των στόχων».
«Μέχρι τότε, η κυρίαρχη στάση θα συνεχίσει να είναι του τύπου “όχι στην αυλή μου”, αναγκάζοντας τα κράτη και τους πρόσφυγες να υιοθετήσουν παράτυπες πρακτικές», όπως σημειώνει.
Η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να αποκτήσει μια αξιόπιστη πολιτική για τη μεγάλης κλίμακας μετεγκατάσταση των προσφύγων και, τα κράτη-μέλη πρέπει να αρχίσουν να δέχονται αιτήσεις ασύλου στα Προξενεία τους σε χώρες πρώτης υποδοχής, όπως η Ιορδανία και ο Λίβανος. Για τους οικονομικούς μετανάστες, των οποίων κύρια αιτία μετακίνησης είναι η αναζήτηση απασχόλησης και οι αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, πρέπει να καθοριστεί ένα ξεχωριστό σύστημα θεωρήσεων. Και για τις δύο πληθυσμιακές ομάδες, πρέπει λάβουμε υπόψη μας τις αιτίες που ωθούν τους ανθρώπους να μετακινηθούν: οι πόλεμοι και η φτώχεια που προκύπτουν από τις κοινωνικές ανισότητες και την κλιματική αλλαγή – και για τις οποίες η Ευρώπη φέρει μέρος της ευθύνης.