ΑΡΘΡΟ | Όταν η γραφειοκρατία κλείνει την πόρτα στην εργασία


Τα εμπόδια που κρατούν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο εκτός αγοράς εργασίας

«Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Θα πρέπει να λύσουμε τη σύμβασή του. Λυπάμαι».

Με αυτή τη φράση ένας εργοδότης ενημέρωσε τη Σύμβουλο της Υπηρεσίας Απασχόλησης του SolidarityNow ότι αναγκάζεται να απολύσει έναν εργαζόμενο, τον οποίο μόλις είχε προσλάβει με τη στήριξη της ομάδας μας.

Όχι επειδή δεν ανταποκρινόταν στη δουλειά του ή επειδή δεν ήθελε να εργαστεί. Αλλά επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει εγκαίρως τις διοικητικές διαδικασίες που απαιτούνταν για την απασχόλησή του. Δυστυχώς, δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό.

Τα τελευταία χρόνια, η Υπηρεσία Απασχόλησης του SolidarityNow βλέπει ολοένα και περισσότερους εργοδότες να διστάζουν να προσλάβουν πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο ή ακόμη και να διακόπτουν συνεργασίες που έχουν ήδη ξεκινήσει. Όχι λόγω προκατάληψης ούτε επειδή οι υποψήφιοι δεν διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα, αλλά επειδή η γραφειοκρατία μετατρέπει μια πρόσληψη σε μια διαδικασία γεμάτη αβεβαιότητα, καθυστερήσεις και συνεχείς απώλειες χρόνου.

Το παράδοξο είναι προφανές. Την ώρα που η ελληνική αγορά εργασίας αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, ιδιαίτερα στη βιομηχανία, στην εστίαση, στον τουρισμό, στις κατασκευές και πολλούς ακόμη κλάδους, άνθρωποι που θέλουν και μπορούν να εργαστούν παραμένουν αποκλεισμένοι όχι από την αγορά, αλλά από τις ίδιες τις διοικητικές διαδικασίες.

Τα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας είναι πολλά.

Σε βιομηχανία της Θεσσαλονίκης, εργαζόμενος αναγκάστηκε να απουσιάσει επτά διαφορετικές φορές από την εργασία του προκειμένου να ολοκληρώσει τις διαδικασίες έκδοσης Αριθμού Μητρώου Ασφαλισμένου (ΑΜΑ) και να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό. Οι συνεχείς απουσίες οδήγησαν τελικά στην απόλυσή του.

Σε άλλες περιπτώσεις, εργοδότες που συνεργάζονταν επί χρόνια με την Υπηρεσία Απασχόλησης και προσλάμβαναν συστηματικά πρόσφυγες μάς ενημέρωσαν ότι πλέον δεν θα εξετάζουν υποψηφίους που δεν διαθέτουν ήδη ΑΜΑ και τραπεζικό λογαριασμό. Όχι επειδή αμφισβητούν τις ικανότητές τους, αλλά επειδή δεν μπορούν πλέον να επωμίζονται το κόστος, τον χρόνο και την αβεβαιότητα που συνεπάγεται η ολοκλήρωση των απαραίτητων διαδικασιών.

Το ίδιο περιγράφουν και οι ίδιοι οι ωφελούμενοι. Άνθρωποι που πέρασαν επιτυχώς από συνεντεύξεις, έλαβαν προσφορά εργασίας, αλλά τελικά δεν προσλήφθηκαν επειδή δεν διέθεταν εγκαίρως τα απαιτούμενα δικαιολογητικά. Οι επιχειρήσεις χρειάζονται προσωπικό άμεσα και δεν μπορούν να περιμένουν εβδομάδες ή μήνες μέχρι να ολοκληρωθούν διαδικασίες που θα έπρεπε να είναι αυτονόητες.

Όταν μια απλή διαδικασία γίνεται διοικητικός λαβύρινθος

Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα. Οι αριθμοί ΠΑΑΥΠΑ (Προσωρινός Αριθμός Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού) των αιτούντων άσυλο απενεργοποιούνται συχνά χωρίς προηγούμενη ενημέρωση.

Για να αποκατασταθεί η λειτουργία τους, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απευθυνθεί αρχικά στη Δομή Φιλοξενίας όπου διαμένει. Η Δομή επικοινωνεί με την Υπηρεσία Ασύλου προκειμένου να ενεργοποιηθεί εκ νέου ο αριθμός. Στη συνέχεια απαιτείται νέο ραντεβού στον ΕΦΚΑ για την έκδοση ΑΜΑ. Αν ο ενδιαφερόμενος δεν διαθέτει κωδικούς Taxisnet, χρειάζεται ακόμη μία επίσκεψη, καθώς πλέον ο ΑΜΑ δεν αποδίδεται επιτόπου αλλά εκδίδεται μετά από μερικές ημέρες.

Μια διαδικασία που θα μπορούσε να ολοκληρώνεται ηλεκτρονικά μετατρέπεται σε μια αλυσίδα διαδοχικών επισκέψεων, αναμονών και καθυστερήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι προφανές: οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να ζητούν συνεχώς άδειες από την εργασία τους, οι εργοδότες χάνουν παραγωγικό χρόνο και οι ίδιες οι δημόσιες υπηρεσίες επιβαρύνονται με υποθέσεις που θα μπορούσαν να διεκπεραιώνονται πολύ απλούστερα.

Και όταν λυθεί αυτό, ξεκινά η δεύτερη δοκιμασία

Η έκδοση τραπεζικού λογαριασμού αποτελεί συχνά ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο.

Ως Υπηρεσία Απασχόλησης έχουμε συναντήσει τράπεζες που αρνούνται να ανοίξουν λογαριασμό σε αιτούντες άσυλο ακόμη και όταν διαθέτουν ενεργή σύμβαση εργασίας. Άλλες απαιτούν την παρουσία ενός ή ακόμη και δύο πιστοποιημένων διερμηνέων, οι οποίοι καλούνται να υπογράψουν τα τραπεζικά έγγραφα. Σε περιπτώσεις ανθρώπων που βρίσκονται σε κατάσταση αστεγίας, έχουν απορριφθεί ακόμη και δηλώσεις φιλοξενίας ή βεβαιώσεις δημοτικών υπνωτηρίων ως αποδεικτικά κατοικίας.

Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει βρει εργασία, να διαθέτει νόμιμα έγγραφα και εργοδότη που επιθυμεί να τον προσλάβει, αλλά να μην μπορεί να πληρωθεί επειδή αδυνατεί να ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό.

Την ίδια στιγμή, διαφορετικές τράπεζες, ακόμη και διαφορετικά υποκαταστήματα της ίδιας τράπεζας, εφαρμόζουν διαφορετικές πρακτικές και ζητούν διαφορετικά δικαιολογητικά, δημιουργώντας ένα καθεστώς αβεβαιότητας τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τις επιχειρήσεις.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η επίλυση τέτοιων ζητημάτων επιτυγχάνεται μόνο χάρη στην επιμονή κοινωνικών λειτουργών, εργασιακών συμβούλων ή ακόμη και των ίδιων των εργοδοτών, οι οποίοι αναγκάζονται να αφιερώνουν πολύτιμο χρόνο για να ολοκληρωθούν διαδικασίες που θα έπρεπε να λειτουργούν χωρίς καμία μεσολάβηση.

Όλοι χάνουν

Η εργασία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα ένταξης, γιατί είναι ο δρόμος προς την οικονομική αυτονομία, την αξιοπρεπή διαβίωση και την ενεργό συμμετοχή στην κοινωνία.

Σήμερα όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η απροθυμία των εργοδοτών ούτε η έλλειψη διάθεσης των προσφύγων και των αιτούντων άσυλο να εργαστούν. Είναι ένα διοικητικό σύστημα που εξακολουθεί να παράγει καθυστερήσεις, αντιφάσεις και περιττή γραφειοκρατία.

Το αποτέλεσμα είναι ότι χάνουν όλοι: οι άνθρωποι που αναζητούν μια ευκαιρία να σταθούν στα πόδια τους, οι επιχειρήσεις που στερούνται αναγκαίο προσωπικό, οι κοινωνικές υπηρεσίες που καλούνται να καλύψουν κενά του διοικητικού μηχανισμού και τελικά η ίδια η ελληνική οικονομία.

Η άρση αυτών των εμποδίων δεν αποτελεί απλώς ζήτημα προστασίας δικαιωμάτων. Είναι προϋπόθεση για μια αγορά εργασίας που λειτουργεί αποτελεσματικά, προς όφελος των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και της κοινωνίας συνολικά.