Η κοινωνική δικαιοσύνη συχνά παρουσιάζεται ως μια έννοια που αφορά αποκλειστικά «τους πιο ευάλωτους». Στην πραγματικότητα, όμως, βρίσκεται στο κέντρο της κοινωνικής ζωής και αφορά μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού από αυτό που πιστεύουμε, και όχι μόνο τις κοινωνικές ομάδες που χαρακτηρίζονται ως ευάλωτες. Η απουσία της αποτυπώνεται όλο και πιο έντονα στην καθημερινότητα ανθρώπων που, ενώ συμμετέχουν κανονικά στην κοινωνική και οικονομική ζωή, αδυνατούν να διασφαλίσουν συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώνεται καθημερινά στη δουλειά του SolidarityNow. Η φτώχεια και η επισφάλεια δεν αφορούν πια μόνο ανθρώπους εκτός αγοράς εργασίας ή χωρίς ασφάλιση. Αφορούν όλο και περισσότερο ανθρώπους που εργάζονται, λαμβάνουν σύνταξη, είναι άμεσα ή έμμεσα ασφαλισμένοι και, θεωρητικά, δεν θα έπρεπε να χρειάζονται υποστήριξη από οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Και όμως, τη χρειάζονται.
Συναντάμε ανθρώπους που εργάζονται ή ζουν με χαμηλές συντάξεις, έχουν ασφαλιστική κάλυψη, αλλά δεν μπορούν να πληρώσουν τη συμμετοχή για ιατρικές εξετάσεις ή να αντέξουν τον χρόνο αναμονής του δημόσιου συστήματος υγείας. Οικογένειες με συνολικό εισόδημα περίπου 800 ευρώ, από τα οποία τα μισά κατευθύνονται αποκλειστικά στο ενοίκιο. Τυπικά δεν θεωρούνται «ακάλυπτοι». Στην πράξη, όμως, δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες υγείας και διαβίωσης. Ένα έκτακτο ιατρικό έξοδο, όπως μια εξέταση ή ένα φάρμακο αρκούν για να διαταράξουν πλήρως τον μηνιαίο οικονομικό προγραμματισμό. Αυτό αποτυπώθηκε και στην ετήσια έκθεση για τη φτώχεια στην Ελλάδα, όπου σημειώνεται αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών ακόμη και για ανθρώπους με σταθερή εργασία.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν μιλάμε για πρόσφυγες και μετανάστες. Πρόκειται για ανθρώπους που εργάζονται ή προσπαθούν να εργαστούν, ζουν κάτω από την ίδια στεγαστική και οικονομική πίεση, αλλά δεν έχουν πρόσβαση στα περισσότερα επιδόματα μέχρι τη συμπλήρωση πολλών ετών νόμιμης διαμονής. Για το επίδομα στέγασης απαιτούνται πέντε έτη παραμονής, ενώ το ίδιο ισχύει και για βασικά οικογενειακά επιδόματα. Έτσι, άνθρωποι με πραγματικές ανάγκες αποκλείονται διοικητικά από την κοινωνική προστασία.
Το πρόβλημα αυτό επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Η έρευνα της διαΝΕΟσις δείχνει ότι, παρά τις μεταρρυθμίσεις και τη βελτίωση ορισμένων δεικτών, η επιδοματική πολιτική στην Ελλάδα παραμένει κατακερματισμένη. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες και μεγάλος αριθμός επιδομάτων, με σημαντική διασπορά πόρων και συχνά μικρά, αποσπασματικά οφέλη, τα οποία δεν επαρκούν για να καλύψουν το πραγματικό κόστος ζωής.
Στον πυρήνα αυτής της πραγματικότητας βρίσκεται το στεγαστικό πρόβλημα. Η αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή και αξιοπρεπή στέγη έχει μετατραπεί σε βασικό μηχανισμό παραγωγής φτώχειας. Στα κέντρα του SolidarityNow συναντάμε άστεγους και ανθρώπους σε συνθήκες στεγαστικής επισφάλειας από ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών ομάδων: ανθρώπους χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, πολίτες άλλων κρατών-μελών, αναγνωρισμένους πρόσφυγες και πρώην ασυνόδευτους ανηλίκους, αλλά και Έλληνες πολίτες. Η στεγαστική ανασφάλεια διαπερνά μεγάλο μέρος της κοινωνίας και αποκαλύπτει με τον πιο καθαρό τρόπο τα όρια της υφιστάμενης κοινωνικής πολιτικής.
Την τελευταία πενταετία, το κόστος στέγασης έχει αυξηθεί κατά 28,34%, σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ, με τα ενοίκια να καταγράφουν το 2025 πανελλαδική αύξηση 8,44%, γεγονός που δείχνει ότι η πίεση δεν περιορίζεται πλέον στα μεγάλα αστικά κέντρα. Την ίδια περίοδο, το κόστος ενέργειας έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 40,5%. Σε αυτό το περιβάλλον, τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 δείχνουν ότι το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών στην Ελλάδα κατευθύνεται σε δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τη στέγη — ενοίκια ή στεγαστικά δάνεια, ενεργειακά έξοδα, φόρους και τέλη για την πρώτη κατοικία. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 19,2%, γεγονός που σημαίνει ότι πάνω από το ένα τρίτο του εισοδήματος εξαντλείται απλώς για να υπάρχει στέγη.
Οι δημόσιες λύσεις είναι περιορισμένες και συχνά ανεπαρκείς. Οι ξενώνες έχουν λίστες αναμονής και περιορισμένη διάρκεια φιλοξενίας, ενώ η ιδιωτική αγορά ενοικίασης είναι απαγορευτική ακόμη και για ανθρώπους που εργάζονται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κοινωνία των πολιτών προσπαθεί να λειτουργήσει ως δίχτυ ασφαλείας. Το SolidarityNow παρεμβαίνει γεφυρώνοντας τα κενά ανάμεσα στην πρόνοια, τη στέγη και την εργασία. Ωστόσο, όσο κρίσιμη κι αν είναι αυτή η παρέμβαση, παραμένει αναγκαστικά εντός συγκεκριμένων ορίων. Χωρίς ολοκληρωμένη στεγαστική και επιδοματική πολιτική, που να ανταποκρίνονται στο πραγματικό κόστος ζωής, η κοινωνική δικαιοσύνη παραμένει ζητούμενο. Η στέγαση, η υγεία και η αξιοπρεπής διαβίωση αποτελούν προϋποθέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης. Χωρίς μία ολοκληρωμένη πολιτική για τη στέγαση και την κοινωνική προστασία, η φτώχεια και η επισφάλεια θα ενισχύονται συστηματικά.

