Αφιέρωμα της Υπηρεσίας Απασχόλησης σε ιστορίες εργασιακών αυθαιρεσιών


Στη σύγχρονη πραγματικότητα της αγοράς εργασίας, η απασχόληση σπάνια αποτελεί απλώς «μια δουλειά». Για την πλειονότητα των εργαζομένων συνδέεται με την επιβίωση, τη διατήρηση της αξιοπρέπειας και την προσπάθεια σταθερότητας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης επισφάλειας. Οι πιέσεις και οι ανισότητες δεν αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα, ούτε αφορούν αποκλειστικά συγκεκριμένες εθνοτικές ομάδες. Αρκεί να θυμηθούμε τις 5 Ελληνίδες  εργάτριες στα Τρίκαλα που έχασαν τη ζωή τους ενώ εργάζονταν στη βραδινή βάρδια εργοστασίου.

Για τους πολίτες τρίτων χωρών ωστόσο, οι συνθήκες πίεσης συχνά εντείνονται. Η εργασία εδώ δεν αποτελεί μόνο μέσο βιοπορισμού, αλλά ενέχει και χαρακτηριστικά κοινωνικής ένταξης, ορατότητας και διαπραγμάτευσης της θέσης τους στην κοινωνία, μέσα σε ένα πλαίσιο περιορισμένων δικτύων υποστήριξης και αυξημένης ευαλωτότητας.

Μέσα από αυτή τη σειρά άρθρων, η Υπηρεσία Απασχόλησης του SolidarityNow αποπειράται να φωτίσει πραγματικές ιστορίες εργοδοτικής αυθαιρεσίας, όπως καταγράφηκαν  μέσα από την καθημερινή πρακτική των συμβούλων, στα Κέντρα Αλληλεγγύης της οργάνωσης σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Ιστορίες που δεν είναι «εξαιρέσεις», αλλά κομμάτι μιας κανονικότητας: απλήρωτες υπερωρίες, εικονικές καταβολές δώρων, εργασιακός εκφοβισμός.

Το αφιέρωμα αυτό δεν στοχεύει στη συγκίνηση, αλλά στην ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο δημιουργείται η εργασιακή επισφάλεια και τον τρόπο με τον οποίο  αυτή επηρεάζει τις επιλογές και τα περιθώρια δράσης των ανθρώπων. Φωτίζει το γιατί η σιωπή συχνά δεν σημαίνει αποδοχή, αλλά είναι αποτέλεσμα πίεσης και ταυτόχρονα αναδεικνύει τις περιπτώσεις όπου με ενημέρωση και υποστήριξη η διεκδίκηση γίνεται πράξη.

Το παρακάτω άρθρο αποτελεί την πρώτη από τη σειρά ιστοριών που πρόκειται να δημοσιευθούν στο επόμενο χρονικό διάστημα.

«Το Δώρο δεν δωρίζεται»

Ο L.S., άνδρας νεαρής ηλικίας από το Μάλι, ήρθε στην Υπηρεσία Απασχόλησης του Κέντρου Αλληλεγγύης Αθήνας πριν από περίπου 10 μήνες, με αίτημα την εύρεση εργασίας. Ο σύμβουλος απασχόλησης του SN τον υποστήριξε με την κατάρτιση του βιογραφικού του και την πραγματοποίηση αιτήσεων σε ανοιχτές θέσεις εργασίας και λίγο καιρό μετά ο νέος άνδρας βρήκε δουλειά σε κατάστημα εστίασης. Ενημερώθηκε για τις διαδικασίες πρόσληψης, ήταν συνεπής και τυπικός σε ό,τι χρειάστηκε να κάνει και ζητούσε να πληροφορηθεί για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του.

Πρόσφατα προσήλθε εκ νέου στην Υπηρεσία με την υποψία πως δεν λάμβανε σωστά τη μισθοδοσία του. Μέσα από τη συνεδρία διαπιστώθηκε πως ο νεαρός ήταν αντιμέτωπος με μια πρακτική εργασιακής αυθαιρεσίας που πολλοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν βιώσει, ανεξαρτήτως εθνικότητας ή καθεστώτος διαμονής: την εικονική καταβολή του Δώρου Χριστουγέννων.

Το ποσό παρουσιάστηκε στον εργαζόμενο ως αποπληρωμή υπερωριών, ωστόσο στην πραγματικότητα, οι υπερωρίες -και μάλιστα οι εορταστικές- δεν καταβλήθηκαν ποτέ. Ο L.S. αναγνώρισε τα χαρακτηριστικά της παραβίασης και μαζί με τον σύμβουλο απασχόλησης έλεγξαν τα δεδομένα. Στη συνέχεια επικοινώνησαν με τον εργοδότη, όπου υπήρξε, ουσιαστικά, παραδοχή της αυθαιρεσίας.

Ο σύμβουλος ενημέρωσε τον L.S. για τα νόμιμα δικαιώματά του καθώς και για τις διαθέσιμες επιλογές: δωρεάν νομική συνδρομή και προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ωστόσο, τελικά ο νεαρός αποφάσισε να μην προχωρήσει σε διεκδίκηση.

Όχι επειδή δεν γνώριζε. Όχι επειδή δεν είχε δίκιο. Αλλά επειδή, για έναν εργαζόμενο πρόσφυγα, η διεκδίκηση συχνά βιώνεται ως ρίσκο: ρίσκο απώλειας της δουλειάς, ρίσκο στιγματισμού, ρίσκο να «κλείσει η πόρτα» στην επόμενη ευκαιρία. Ο φόβος αυτός δεν είναι ατομική αδυναμία, αλλά εδράζεται σε ευρύτερες συνθήκες.

Προκύπτει από την επισφάλεια, τις ανισότητες, την ανάγκη για σταθερότητα, την απουσία δικτύων υποστήριξης και την αίσθηση ότι «δεν έχω περιθώριο να συγκρουστώ». Οι εργαζόμενοι που τελικά σιωπούν δεν το κάνουν από άγνοια ή παραίτηση, αλλά ως στρατηγική επιβίωσης μέσα σε ένα άνισο πλαίσιο.

Η ουσία της παρέμβασης δεν έγκειται αποκλειστικά στην άμεση διεκδίκηση των δικαιωμάτων του, αλλά στο ότι ο ίδιος απέκτησε την απαραίτητη γνώση και υποστήριξη ώστε να μπορεί να αποφασίσει, με επίγνωση, αν και πότε θα τα διεκδικήσει.

Η ενδυνάμωση δεν είναι μια στιγμιαία πράξη, είναι μια διαδικασία.

Η γνώση και η υποστήριξη που απέκτησε ο L.S. μέσα από την Υπηρεσία Απασχόλησης, είναι πια μέρος της διαδρομής του και αποτελούν σταθερό εφόδιο για τις επόμενες επιλογές και διεκδικήσεις του.


Η λειτουργία των Κέντρων Αλληλεγγύης σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα συνεργασίας Ελβετίας-Ελλάδας (Embassy of Switzerland in Greece / Πρεσβεία της Ελβετίας στην Ελλάδα) για τη μείωση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στην ΕΕ και από το Υπουργείο Μετανάστευσης & Ασύλου.