Διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης και μετεγκατάστασης συνοδευμένων και ασυνόδευτων ανηλίκων


Ο Συνήγορος του Πολίτη στο πλαίσιο της θεσμικής αποστολής του για την προάσπιση και προαγωγή των δικαιωμάτων των παιδιών, με επιστολή του στις 11 Μαΐου 2017, απευθύνει στην Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου σειρά διαπιστώσεων και προτάσεων του σχετικά με τις διαδικασίες οικογενειακής επανένωσης και μετεγκατάστασης των συνοδευμένων και ασυνόδευτων ανηλίκων, οι οποίες βασίζονται τόσο σε υποθέσεις που έχει διερευνήσει κατά το τελευταίο διάστημα, όσο και σε ενημέρωση και στοιχεία που προέρχονται από το «Δίκτυο για τα Δικαιώματα των Παιδιών που Μετακινούνται», μέλος του οποίου είναι το Solidarity Now.

Διαβάστε την επιστολή εδώ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ: ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΣΥΛΟ ΣΤΗ ΛΕΡΟ


Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας καταδικάζει τις επιθέσεις κατά Παλαιστίνιων, Σύρων και Ιρακινών αιτούντων άσυλο, εκ των οποίων μία τρανς γυναίκα, που έλαβαν χώρα την προηγούμενη εβδομάδα στη Λέρο. Σύμφωνα με τις καταγραφές του Δικτύου, έξι (6) διακριτές επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν από τα μεσάνυχτα της 2ας Μαΐου έως και το βράδυ της 4ης Μαΐου. Τρεις (3) εξ αυτών έλαβαν χώρα σε μικρό χρονικό διάστημα και στοχοποίησαν ομάδες ατόμων που επέστρεφαν στο Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης, στα Λέπιδα της Λέρου. Στην πλειονότητα των περιστατικών, τα θύματα αναφέρουν ότι δέχτηκαν επίθεση από μηχανοκίνητες ομάδες ατόμων με τη χρήση αιχμηρών και άλλων αντικειμένων. Σε ένα εκ των περιστατικών δέχτηκε επίθεση μία έγκυος γυναίκα, η οποία δήλωσε στο Δίκτυο ότι στοχοποιήθηκε λόγω της μαντήλας της. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα θύματα δέχτηκαν ιατρική βοήθεια από το νοσοκομείο και ειδοποιήθηκε η αστυνομία, η οποία επιλήφθηκε των υποθέσεων, ενώ  κάποια από τα θύματα κατέθεσαν.

Το Δίκτυο υπενθυμίζει ότι η μέθοδος αιφνιδιασμού και οι επιθέσεις από μηχανοκίνητες ομάδες κατά μικρών ομάδων προσφύγων στο δρόμο προς τα Λέπιδα είχε καταγραφεί και αποτυπωθεί  στην Ετήσια Έκθεση του 2016.  Επομένως, φαίνεται ότι πρόκειται για μια πρακτική που επανέρχεται όταν οι συγκυρίες το επιτρέψουν. Ιδιαίτερη ανησυχία πρέπει να προκαλέσουν τα στοιχεία που μαρτυρούν ότι πρόκειται για οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες, με προαποφασισμένο τρόπο επίθεσης και κίνητρο.

Το Δίκτυο επαναλαμβάνει ότι στις ευαίσθητες περιοχές όπου τόσο o τοπικός πληθυσμός όσο και οι εγκλωβισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες-ριες υφίστανται πίεση, η απραξία ή η ανοχή έναντι ρατσιστικών επιθέσεων με στόχο τον κατευνασμό της έντασης εντός της κοινωνίας δύναται να ευνοήσει την ατιμωρησία. Όσο αυξάνονται τα προβλήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση του πληθυσμού των προσφύγων και μεταναστών που παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε καθεστώς αβεβαιότητας στα σημεία εισόδου, μεγαλώνει και ο κίνδυνος ολίσθησης της κοινωνίας σε ρατσιστικές εξάρσεις. Σε καμία όμως περίπτωση, τα προβλήματα αυτά δεν αποτελούν ελαφρυντικό για την εκδήλωση και την ατιμωρησία ρατσιστικών επιθέσεων.

Το Δίκτυο, με τη βοήθεια των μελών του, βρίσκεται κοντά στα θύματα και θα συνεχίσει να τους παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της νομικής συνδρομής. Το Δίκτυο θα παρακολουθήσει στενά τη διερεύνηση των υποθέσεων αυτών και θα παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια στις αρχές για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των ρατσιστικών επιθέσεων και τη διερεύνηση του ρατσιστικού κινήτρου. Τέλος, το Δίκτυο καλεί τις αρχές να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου τα θύματα να λάβουν κατάλληλη υποστήριξη και προστασία.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ: 15 ΜΚΟ επικρίνουν τη νέα πολιτική που περιορίζει το δικαίωμα προσφυγής για τους αιτούντες άσυλο

(English) Giorgos Moutafis

Στις 9 Μαΐου 2017 το Solidarity Now και άλλοι 14 ΜΚΟ προτρέπουν την ελληνική κυβέρνηση να ανακαλέσει άμεσα την πρόσφατη απόφαση που περιορίζει τη δυνατότητα των αιτούντων άσυλο να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (ΥΕΕΕ) του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ).

Οι οργανισμοί ανησυχούν ότι αυτή η οδηγία έχει στοιχεία καταναγκασμού επί της απόφασης των αιτούντων άσυλο να προσφύγουν κατά της αρνητικής απόφασης, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τόσο το δικαίωμα σε μια δίκαιη διαδικασία ασύλου, όπως προβλέπεται από το δίκαιο της ΕΕ, όσο και την απόφασή τους να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Επιπλέον, η πολιτική αυτή δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο παραβίασης της αρχής τη μη-επαναπροώθησης, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει πολλούς αιτούντες άσυλο, που έχουν ισχυρούς λόγους να αιτούνται άσυλο παρά την αρνητική πρωτοβάθμια απόφαση, να παραιτηθούν από το δικαίωμα προσφυγής.

Η κοινή δήλωση συμπεριλαμβάνει συστάσεις προς τους αρμόδιους φορείς ώστε να καταστεί δυνατή η ασφαλής, αξιοπρεπής και βιώσιμη επιστροφή όλων των μεταναστών.


15 ΜΚΟ προτρέπουν την ελληνική κυβέρνηση να ανακαλέσει άμεσα την πρόσφατη απόφαση που περιορίζει τη δυνατότητα των αιτούντων άσυλο να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (ΥΕΕΕ) του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ). Συγκεκριμένα, οι αιτούντες που λαμβάνουν αρνητική απόφαση ασύλου σε πρώτο βαθμό στα ελληνικά νησιά αναγκάζονται να παραιτηθούν από το δικαίωμά τους να ασκήσουν προσφυγή αν θέλουν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα. Η απόφαση ακολουθεί την κατεύθυνση του κοινού σχεδίου δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Κυβέρνησης σχετικά με τη Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)-Τουρκίας της 18ης Μαρτίου 2016, η οποία αποσκοπεί στη σύντμηση των διαδικασιών στο δεύτερο βαθμό και την κατάργηση των υποτιθέμενων «διοικητικών εμποδίων στην ταχεία εθελοντική επιστροφή».

Το πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης του ΔΟΜ παρέχει υποστήριξη στους μετανάστες, που δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν πλέον να παραμείνουν στη χώρα υποδοχής, για την επιστροφή και επανένταξή τους στη χώρα καταγωγής τους. Σύμφωνα με τον ΔΟΜ, «η εθελοντική συμμετοχή παραμένει προϋπόθεση για όλες τις δραστηριότητες του προγράμματος Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής».[1]

Ωστόσο, σε άμεση αντίφαση με αυτή την προϋπόθεση, η πρόσφατα ανακοινωθείσα πολιτική περιορίζει την πρόσβαση στο πρόγραμμα στα ελληνικά νησιά από τις αρχές Απριλίου, υπαγορεύοντας ότι, όταν ένας αιτών άσυλο λάβει αρνητική απόφαση σε πρώτο βαθμό (είτε επί του παραδεκτού είτε επί της ουσίας του αιτήματος), θα πρέπει κατόπιν να επιλέξει: είτε να ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής βάσει του ελληνικού, ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου[2] είτε να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσφυγής και να επωφεληθεί από το πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης (το οποίο περιλαμβάνει βοήθημα επανένταξης ύψους €1.000). Αν τελικά επιλέξει να ασκήσει το δικαίωμα προσφυγής, χάνει την ευκαιρία για μελλοντική συμμετοχή στο πρόγραμμα ΥΕΕΕ και, φυσικά, αν η απόφαση της προσφυγής είναι αρνητική, αντιμετωπίζει τον κίνδυνο απέλασης στην Τουρκία. Η πολιτική αυτή δεν ισχύει για όσους βρίσκονται στην ηπειρωτική Ελλάδα και οι οποίοι παραμένουν δικαιούχοι του εν λόγω προγράμματος και μετά την άσκηση προσφυγής τους κατά της αρνητικής απόφασης ασύλου τους. Σύμφωνα με τη νέα πολιτική, στους αιτούντες άσυλο δίνεται προθεσμία πέντε ημερών για να αποφασίσουν. Ωστόσο, μη κυβερνητικές οργανώσεις έχουν ήδη λάβει καταγγελίες, σχετικά με τις πιέσεις που ασκούνται στους αιτούντες άσυλο να αποφασίσουν άμεσα, χωρίς να τους παρέχεται ο χρόνος να λάβουν νομική συνδρομή.

Ανησυχούμε ότι αυτή η οδηγία έχει στοιχεία καταναγκασμού επί της απόφασης των αιτούντων άσυλο να προσφύγουν κατά της αρνητικής απόφασης, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο τόσο το δικαίωμα σε μια δίκαιη διαδικασία ασύλου, όπως προβλέπεται από το δίκαιο της ΕΕ, όσο και την απόφασή τους να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους. Επιπλέον, η πολιτική αυτή δημιουργεί σημαντικό κίνδυνο παραβίασης της αρχής τη μη-επαναπροώθησης, δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει πολλούς αιτούντες άσυλο, που έχουν ισχυρούς λόγους να αιτούνται άσυλο παρά την αρνητική πρωτοβάθμια απόφαση, να παραιτηθούν από το δικαίωμα προσφυγής.

Η νέα οδηγία είναι η πιο πρόσφατη σε μια σειρά ενεργειών που έχουν γίνει για να καταστήσουν ακόμη δυσκολότερη την πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου στην Ευρώπη, όπως αναφέρεται σε πολλές εκθέσεις των ΜΚΟ.[3] Η Ευρώπη έχει ιστορικά δεσμευτεί στην προστασία και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και έχει τα μέσα να εκπληρώσει την ευθύνη της παροχής διεθνούς προστασίας στους ανθρώπους που την αναζητούν μέσω διαδικασιών που δεν θίγουν δικαιώματα, δεν εισάγουν διακρίσεις και δεν ασκούν πίεση για να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Τα μέτρα αυτά θα περιορίσουν τον αριθμό των ατόμων που προσφεύγουν νόμιμα, πιέζοντας τους ανθρώπους που χρήζουν διεθνούς προστασίας να παραιτηθούν από την αξίωσή τους. Επιδιώκοντας να διαχειριστεί το μεταναστευτικό ζήτημα με κόστος την υπονόμευση των κανόνων ασύλου, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τον υπόλοιπο κόσμο.

Όλοι οι αιτούντες άσυλο πρέπει να μπορούν να ασκήσουν το δικαίωμα προσφυγής χωρίς να χάνουν το δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά, τη διαδικασία ασύλου. Κάθε άτομο που αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του με τη βοήθεια του ΔΟΜ θα πρέπει να μπορεί να το κάνει οικειοθελώς και με πλήρη σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κάθε διαφορετική πολιτική από αυτή, απειλεί όχι μόνο να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα του προγράμματος, αλλά και τη διαδικασία ασύλου στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ:

Οποιαδήποτε απόφαση για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής ή συμμετοχής στο πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης πρέπει να είναι εθελοντική, χωρίς απειλές και εξαναγκασμό. Το πρόγραμμα του ΔΟΜ θα πρέπει να είναι διαθέσιμο σε όλους τους μετανάστες οποιαδήποτε στιγμή, ώστε να καταστεί δυνατή η ασφαλής, αξιοπρεπής και βιώσιμη επιστροφή, ανεξάρτητα από το αν έχουν υποβάλει αίτημα ασύλου. Κατά συνέπεια:

  • Η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να ανακαλέσει την πρόσφατη απόφαση που περιορίζει την επιλεξιμότητα ενός ατόμου για το πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης.
  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει επειγόντως τη συμβατότητα αυτής της πρακτικής με το δίκαιο της ΕΕ για το άσυλο και το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής.
  • Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες θα πρέπει να συνεργαστούν με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ελληνική Κυβέρνηση προκειμένου να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο της νέας πολιτικής στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στα αιτήματα ασύλου, ώστε το πρόγραμμα Υποβοηθούμενης Εθελούσιας Επιστροφής και Επανένταξης και η εφαρμογή του στο πλαίσιο αυτής της νέας πολιτικής να μη θέτουν σε κίνδυνο το δικαίωμα πρόσβασης στις διαδικασίες ασύλου και σε αποτελεσματική προστασία.
  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να καθιερώσουν μηχανισμούς επίβλεψης και λογοδοσίας για την παρακολούθηση των διαδικασιών ασύλου στα ελληνικά νησιά, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών απευθείας ανατροφοδότησης του Συνηγόρου του Πολίτη από τους μετανάστες.
  • Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να συναντώνται τακτικά με διεθνείς οργανισμούς και μη κυβερνητικές οργανώσεις, ώστε να επιτρέπεται η ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές ενδέχεται να επηρεάσουν τους ανθρώπους και τα δικαιώματά τους. Οι διαβουλεύσεις θα πρέπει να διεξάγονται τακτικά πριν τεθούν σε εφαρμογή τυχόν νέες πολιτικές, ώστε να διασφαλιστεί ότι αυτές δεν θα είναι επιβλαβείς.

Την ανακοίνωση υπογράφουν οι εξής οργανώσεις:

  1. ΑctionAid
  2. Advocates Abroad
  3. Διεθνής Αμνηστία
  4. CARE
  5. Διοτίμα
  6. Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες
  7. Ελληνικό Φορόυμ Προσφύγων
  8. Human Rights Watch
  9. International Rescue Committee
  10. Jesuit Refugee Services
  11. Legal Centre Lesbos
  12. Norwegian Refugee Council
  13. Oxfam
  14. Save the Children
  15. SolidarityNow

[1] https://www.iom.int/assisted-voluntary-return-and-reintegration

[2] Άρθρο 61 του Ν.4375/2016; Άρθρο 46 της Οδηγίας της ΕΕ για τις Διαδικασίες Ασύλου, η οποία ακολουθεί τη διατύπωση του Άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Η Οδηγία, απαιτεί από τα Κράτη Μέλη της ΕΕ να επιτρέπουν την παραμονή των αιτούντων εντός της επικράτειάς τους μέχρι και τη στιγμή της λήξης της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής, καθώς και εν αναμονή της έκβασης της προσφυγής. Το δικαίωμα προσφυγής, στο πλαίσιο του Άρθρου 2, παρ. 3, του Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ).

[3] ‘The Reality of the EU – Turkey Statement: How Greece has become a testing ground for policies that erode refugee protection  – IRC, NRC, Oxfam; ‘A Blueprint for Despair: Human Rights Impact of the EU-Turkey Deal’ -Amnesty International; `A tide of self-harm and depression – The EU-Turkey Deal’s devastating impact on child refugees and migrants’ – Save the Children.

Προσφυγική κρίση και ενσωμάτωση: Τα επόμενα βήματα

(English) Steven Tagle

γράφει ο Γιώργος Κανάρης, Συντονιστής Κοινωνικής Υπηρεσίας στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας του SolidarityNow

Η κοινωνική ενσωμάτωση των νεοαφιχθέντων προσφύγων είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η ελληνική κοινωνία τα επόμενα χρόνια. Ένα μέρος των προσφύγων που ζουν σήμερα στην Ελλάδα θα μετεγκατασταθεί σε άλλες χώρες. Παράλληλα, το αίτημα παραμονής στην Ευρώπη θα απορριφθεί για πολλούς, οι οποίοι και θα σταλούν πίσω στις χώρες καταγωγής τους, ενώ σημαντικό ποσοστό αιτούντων άσυλο θα λάβει άδεια παραμονής στην Ελλάδα.

Το ερώτημα που εγείρεται είναι πόσο έτοιμη είναι η ελληνική κοινωνία να ενσωματώσει αυτούς τους ανθρώπους και να τους κάνει ενεργά μέλη της. Σε τι βαθμό είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε τους πρόσφυγες και να δημιουργήσουμε ένα πρόσφορο έδαφος για εκείνους; Υπάρχει η δυνατότητα οι άνθρωποι αυτοί από τη Συρία, το Ιράκ, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν και από άλλες χώρες, να γίνουν Έλληνες πολίτες και να αποκτήσουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις; Η απάντηση δεν είναι εύκολη σε ένα τόσο σύνθετο ζήτημα.

Πολλοί και διαφορετικοί παράγοντες χρειάζεται να ληφθούν υπόψη όπως για παράδειγμα, η βαθιά κρίση που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία την τελευταία δεκαετία χωρίς ορατή άμεση λύση, τις πολιτιστικές διαφορές μεταξύ της χώρας προέλευσης και της χώρας υποδοχής, τις διαφορετικές γλώσσες, τη θρησκεία, τη νοοτροπία που πολλές φορές προλαμβάνει ή εμποδίζει την κοινωνική ένταξη.

Σε αυτό το περιβάλλον, ποιος είναι ο ρόλος μας ως κοινότητα υποδοχής; Τι κάνουμε για να διευκολύνουμε τη διαδικασία και να δημιουργήσουμε ευνοϊκές συνθήκες για να γίνουν οι πρόσφυγες ισότιμα μέλη της ελληνικής κοινωνίας; Για να διαφυλάξουμε το μέλλον τους και να αποτρέψουμε τις διακρίσεις και την κοινωνική και επαγγελματική απομόνωση; Οι απαντήσεις και πάλι δεν είναι ούτε απλές, ούτε εύκολες. Παρά τη δυσκολία και την πολυπλοκότητα του θέματος, θα προσπαθήσουμε να θέσουμε προτεραιότητες και να τονίσουμε τις διάφορες πτυχές που πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν μιλάμε για την κοινωνική ενσωμάτωση των προσφύγων.

Το πρωταρχικό βήμα αφορά στις γλώσσες, δηλαδή στην επικοινωνία. Όταν συζητάμε για την ενσωμάτωση, η εκμάθηση της γλώσσας της κοινότητας υποδοχής είναι το πρώτο ζήτημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη. Οι γλωσσικές δεξιότητες είναι ο βασικός παράγοντας που θέτει τις βάσεις για να γίνουν εφικτά τα υπόλοιπα που είναι απαραίτητα για να ξεκινήσει μια ζωή, όπως η φοίτηση των παιδιών στα σχολεία, η αναζήτηση εργασίας, η αλληλεπίδραση με τα μέλη των κοινοτήτων υποδοχής. Η εκπαίδευση και οι ευκαιρίες απασχόλησης συχνά παρεμποδίζονται λόγω του γλωσσικού φραγμού.

Το δεύτερο βήμα προς την κοινωνική ενσωμάτωση είναι η πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες για την οικοδόμηση μιας σχέσης κράτους-πολιτών και η δημιουργία εμπιστοσύνης στα θεσμικά όργανα της κοινότητας υποδοχής. Οι αιτούντες άσυλο και οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες χρειάζονται πρόσθετη υποστήριξη για την πρόσβαση σε υπηρεσίες όπως η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη και η σχολική εκπαίδευση, στην αρχή της διαδικασίας ένταξής τους, καθώς δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες με τον ντόπιο πληθυσμό. Η σταθερότητα είναι το κλειδί για τους πρόσφυγες, όπως για όλους, για να αρχίσουν να σκέπτονται το αύριο. Χρειάζονται σταθερότητα κατά τη διάρκεια και μετά τη διαδικασία ασύλου, με πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγαση, ώστε να αρχίσουν να μαθαίνουν τη νέα γλώσσα ή να μπορούν να αναζητήσουν εργασία.

Ακολούθως, η σχέση με τα μέλη της κοινότητας υποδοχής είναι ένα από τα θεμέλια για την επιτυχή κοινωνική ένταξη των προσφύγων. Οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται συχνά με ασέβεια και γίνονται θύματα άδικων συμπεριφορών, λόγω των διακρίσεων και των προκαταλήψεων που αποτελούν μέρος μιας κοινωνίας και έχουν ως βάση τον πολιτισμό, αλλά και τη θρησκεία. Το πολιτιστικό χάσμα και η έλλειψη ανεκτικότητας και ανοιχτής στάσης για την αποδοχή των διαφορετικών ατόμων από την πλειοψηφία, εμποδίζει την ολοκλήρωση της κοινωνικής ενσωμάτωσης. Άλλωστε, η ενσωμάτωση συνδέεται με την καλή συμπεριφορά, την αξιοπρέπεια και την αποδοχή. Ο στόχος είναι να αντιμετωπίζονται όλοι οι άνθρωποι με σεβασμό, ανεξαρτήτως καταγωγής, αναγνωρίζοντας τις πολιτισμικές και θρησκευτικές καταβολές τους και σταδιακά να αποτελέσουν ένα άλλο, αλλά ίσο, κομμάτι μιας κοινωνίας.

Η πρόσβαση στην εργασία και οι ευκαιρίες δραστηριοτήτων είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας προς την ενσωμάτωση. Οι πρόσφυγες, όπως όλοι, χρειάζονται οικονομική ανεξαρτησία, η οποία είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί λόγω νομικών φραγμών ή ανάγκης ειδικών προσόντων. Η εύκολη πρόσβαση σε δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός και η εκμάθηση γλωσσών, διευκολύνουν την ενσωμάτωση και αλλάζουν τη ρουτίνα που γίνεται καταθλιπτικά μονότονη μετά από μήνες, προκαλώντας ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Οι άνθρωποι παραμένουν αδρανείς όλη μέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιμένοντας απεγνωσμένα την απάντηση στο αίτημα ασύλου τους ή την απόφαση μετεγκατάστασής τους. Δεν έχουν τη δυνατότητα εμπλοκής σε καμία δραστηριότητα και δεν δαπανούν ενέργεια, για παράδειγμα στην εκμάθηση της γλώσσας, επειδή δεν γνωρίζουν ποια θα είναι η τελική χώρα προορισμού τους.

Αυτή η αβεβαιότητα και η κατάσταση αδράνειας δε βοηθά τους πρόσφυγες να αισθάνονται μέρος της κοινότητας και να ενσωματωθούν σε αυτή. Οι τραυματικές εμπειρίες των προσφύγων κατά την πορεία τους από τη χώρα καταγωγής, καθιστούν την ασφάλεια και την ειρήνη προτεραιότητα στη χώρα προορισμού. Παρόλα αυτά, αυτό είναι συχνά δύσκολο να διασφαλιστεί. Έχοντας υπάρξει σε στρατόπεδα και καταυλισμούς, προσπαθώντας να επιβιώσουν πολλές φορές κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, θεωρούν ότι το κράτος δικαίου δεν ισχύει για αυτούς και δεν έχουν πουθενά να αναφέρουν κακοποίηση και βίαιες συμπεριφορές που μπορεί να αντιμετωπίσουν. Οι εντάσεις μεταξύ των κοινοτήτων και η γενική έλλειψη ασφάλειας κάνουν τους πρόσφυγες να αισθάνονται όχι μόνο ανασφαλείς, αλλά και εγκαταλελειμμένοι. Μερικές φορές, οι πρόσφυγες κατηγορούν την κοινότητα υποδοχής για την αύξηση των εντάσεων και της δυσαρέσκειας μεταξύ διαφορετικών φυλών, λόγω των αντιληπτών διαφορών στη μεταχείριση μεταξύ εθνικοτήτων.

Μια πολύ σημαντική πτυχή της διαδικασίας ενσωμάτωσης είναι οι κοινωνικοί δεσμοί, γι’ αυτό και η παρουσία της οικογένειας και των φίλων είναι απαραίτητη όταν πρόκειται να εγκατασταθούν οπουδήποτε. Σε πολλές περιπτώσεις, η οικογενειακή επανένωση είναι συχνά η προτεραιότητά τους και η αναμονή για αυτή τη σημαντική απόφαση τούς εμποδίζει να κοιτάξουν προς το μέλλον. Η ύπαρξη κοινωνικών δεσμών είναι χρήσιμη για την ομαλή ενσωμάτωση, αλλά όταν πρόκειται για πρόσφυγες, αυτό γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο, αφού συχνά διαμένουν σε γεωγραφικά σημεία απομονωμένα, μακριά από πόλεις και άλλα μέρη όπου υπάρχει ανθρώπινη δραστηριότητα. Το αίσθημα αβεβαιότητας τους «κλέβει» την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Οι προοπτικές ενσωμάτωσης πολλών αιτούντων άσυλο και προσφύγων στις χώρες υποδοχής είναι λιγοστές, ενώ συνδυάζεται με την έλλειψη μακροπρόθεσμου προγραμματισμού από τις κυβερνητικές αρχές. Ωστόσο, οι προτάσεις και ο σχεδιασμός για αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση χρειάζεται να εμπλέκουν τους ίδιους τους πρόσφυγες. Με αυτόν τον τρόπο θα δοθεί η ευκαιρία σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, αρχές, οργανώσεις, υπηρεσίες, να λάβουν πλήρη γνώση των δυσκολιών και να συνεργαστούν σε μια από κοινού, με τους ίδιους τους πρόσφυγες, προσπάθεια για την ανάπτυξη λύσεων, στις οποίες οι πρόσφυγες θα είναι συμμέτοχοι και όχι απλοί αποδέκτες.

Τέλος, η κοινωνική ενσωμάτωση των προσφύγων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ετοιμότητα, την πολιτισμική ευαισθησία, τη δεκτικότητα και την ανεκτικότητά μας ως κοινότητα υποδοχής ατόμων από άλλες χώρες. Εξαρτάται από την ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε, να σεβόμαστε και να αποδεχόμαστε. Και τελικά αυτό γίνεται μια διαδικασία αυτογνωσίας και ανακάλυψης των δικών μας ορίων.

ΔΙΚΤΥΟ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΡΑΤΣΙΣΤΙΚΗΣ ΒΙΑΣ: ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ 2016


Την ετήσια έκθεση για το 2016 παρουσίασε στις 4.4.2017 το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, στην οποία αναλύονται τα ποσοτικά και ποιοτικά αποτελέσματα της καταγραφής περιστατικών ρατσιστικής βίας και εγκλημάτων μίσους από τις 37 οργανώσεις που συμμετέχουν στο Δίκτυο, μεταξύ των οποίων και το Solidarity Now.

Το Δίκτυο αναγνώρισε τα θετικά μέτρα που έχουν ληφθεί για την καταπολέμηση της ρατσιστικής βίας και κάλεσε την Πολιτεία να εντείνει τις προσπάθειές της προς δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Πρώτον, να καταπολεμήσει την ατιμωρησία και να υιοθετήσει συντονισμένα μέτρα για την υποστήριξη των θυμάτων ρατσιστικών, ομοφοβικών και τρανσφοβικών επιθέσεων. Δεύτερον, να εμβαθύνει σε προληπτικές και στοχευμένες δράσεις για την αποδοχή της διαφορετικότητας.

Μίλησαν η Γενική Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Γιαννακάκη, ο Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Γεώργιος Σταυρόπουλος, η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, Βασιλική Γεωργιάδου, ο δημοσιογράφος Γιάννης Στεβής (astraparis.gr – Chios News Online), η Εκπαιδευτικός Εικαστικής Αγωγής, Συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων στο Κέντρο Φιλοξενίας Σχιστού, Ελένη Καραγιάννη και η Ψυχολόγος της Colour Youth Κοινότητα LGBTQ Νέων Αθήνας, Εύα Σπίνου. Τη συνέντευξη τύπου συντόνισε ο Γιώργος Τσαρμπόπουλος, εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες.

Δελτίο Τύπου
Έκθεση

Το SolidarityNow καταθέτει αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο


Επιτακτική ανάγκη να διερευνηθεί η χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

προς την Ελλάδα για τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης

 

Αθήνα, 4 Απριλίου 2017

Το SolidarityNow δίνει σήμερα στη δημοσιότητα την αναφορά που κατέθεσε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Επιτροπή Αναφορών – PETI) στις 13 Μαρτίου, με την οποία ζητάει από την Επιτροπή να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ της χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα και των θλιβερών συνθηκών υποδοχής των ατόμων που ζητούν διεθνή προστασία. Εφιστούμε την προσοχή του Κοινοβουλίου στο γεγονός ότι η κακοδιαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων στην Ελλάδα έχει αφήσει ένα μεγάλο αριθμό ατόμων να διαβιεί υπό εξευτελιστικές και άθλιες συνθήκες, οι οποίες έχουν ήδη κοστίσει τη ζωή σε αρκετούς ανθρώπους.

Η ΕΕ έχει διαθέσει περισσότερο από ένα (1) δισεκατομμύριο ευρώ σε χρηματοδότηση για να βοηθήσει την Ελλάδα να εναρμονίσει το σύστημα ασύλου της με τις υποχρεώσεις της απέναντι στις διεθνείς συνθήκες προστασίας ανθρώπινων δικαιωμάτων. Παρά το γεγονός αυτό, η Ελλάδα δεν έχει καταφέρει να εξασφαλίσει κατάλληλες συνθήκες υποδοχής, όπως απαιτείται από τo ευρωπαϊκό κεκτημένο. Η αναφορά τονίζει τις ακατάλληλες συνθήκες και τις ελλείψεις της εκτέλεσης του προϋπολογισμού στην Ελλάδα και ζητάει την ουσιαστική διερεύνηση της κατάστασης, συμπεριλαμβανόμενης της ακρόασης ενώπιον της Επιτροπής Αναφορών, καθώς και την πιθανή αξιολόγηση της κατάστασης από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Προκειμένου να παρασχεθεί πιο άμεση και βιώσιμη ανακούφιση σε άτομα που υποφέρουν από απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, προτείνουμε η χρηματοδότηση της ΕΕ που προορίζεται για την υποδοχή να στραφεί προς εναλλακτικές μορφές στέγασης, όπως συστήματα μίσθωσης διαμερισμάτων και προγράμματα φιλοξενίας τα οποία είναι λιγότερο δαπανηρά και παρέχουν αξιοπρεπείς συνθήκες στους ανθρώπους που χρήζουν βοήθεια.

«Φυσικά και γνωρίζουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί την κατάσταση στην Ελλάδα», επισημαίνει ο Γενικός Διευθυντής του SolidarityNow, Επαμεινώνδας Φαρμάκης. «Με μία ιδιότυπη αλλά και γνώριμη διγλωσσία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκμεταλλεύεται το διοικητικό χάος και τις απάνθρωπες συνθήκες που επικρατούν στα νησιά για να στέλνει μήνυμα αποτροπής. Εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζητούμενο: η Ευρώπη όχι απλά γνωρίζει αλλά βολεύεται κιόλας. Γι’ αυτό και είναι χρέος της κοινωνίας των πολιτών να την ξεβολέψουμε και να της ζητήσουμε να είναι υπεύθυνη με τις ανθρώπινες ζωές και τα κοινοτικά κονδύλια που χρηματοδοτούνται από Ευρωπαίους φορολογούμενους».

Το SolidarityNow εκφράζει τη βαθιά του ανησυχία για την κακοδιαχείριση των κονδυλίων της ΕΕ από την Ελλάδα και την τραγική κατάσταση που ακριβώς αυτή η κακοδιαχείριση έχει δημιουργήσει. Καλούμε το Κοινοβούλιο να λάβει σοβαρά υπόψη αυτήν την αναφορά και να εξασφαλίσει επειγόντως την υλοποίηση των αναγκαίων μέτρων καθώς ανθρώπινες ζωές βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.

Υποστηρίζουµε ακράδαντα την ταχεία εξέταση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της κατάστασης στην Ελλάδα, ώστε να επιτευχθούν τα κατάλληλα πρότυπα υποδοχής το συντομότερο δυνατό.

Διαβάστε εδώ το πλήρες κείμενο της αναφοράς στο Ευρωκοινοβούλιο


Για περισσότερες πληροφορίες:

Natasha Arnpriester, Συντονίστρια Νομικής Έρευνας

natasha@solidaritynow.org

Ελένη Τάκου, Υπεύθυνη Προάσπισης & Διεκδίκησης Δικαιωμάτων

eleni@solidaritynow.org

Aya Burweila, Υπεύθυνη Σχεδιασμού Πολιτικής & Έρευνας

aya@solidaritynow.org

Βάλια Σαββίδου, Υπεύθυνη Τύπου & Εκδηλώσεων

valias@solidaritynow.org | τηλ. 210 6772500

Εγκλωβισμένοι επί ένα χρόνο – Τι έχει αλλάξει; – Κοινή Σύνοψη Πολιτικής

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

Με αυτή την επικαιροποίηση της Κοινής Σύνοψης Πολιτικής ΜΚΟ που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο 2016 για την κατάσταση των εκτοπισθέντων πληθυσμών στην Ελλάδα, οι 8 εθνικές και διεθνείς οργανώσεις που την συνυπογράφουν, παρουσιάζουν την τρέχουσα κατάσταση στη χώρα και απαριθμούν τα πιο επείγοντα -σύμφωνα με τις οργανώσεις- θέματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, καθώς και τις βασικότερες ανησυχίες σε σχέση με την ανταπόκριση της Ευρώπης στην αντιμετώπιση της κρίσης.

“Εγκλωβισμένοι επί ένα χρόνο – Τι έχει αλλάξει;”

Κοινή αναφορά στο Συνήγορο του Πολίτη για τη διάκριση στα ασφαλιστικά δικαιώματα


Το Solidarity Now μαζί με το Generation 2.0 , ζητάει την παρέμβασή του Συνηγόρου του Πολίτη  προκειμένου να παύσει η ανεπίτρεπτη διάκριση σε βάρος των αλλοδαπών εργαζομένων, νομίμως διαμενόντων  στη χώρα, οι οποίοι καταβάλουν ίδιες με τους Έλληνες πολίτες ασφαλιστικές εισφορές απολαμβάνοντας –αδικαιολόγητα- σαφώς λιγότερες παροχές.

Το κείμενο της αναφοράς

Επιστολή στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 8ης Δεκεμβρίου 2016 για επαναφορά των επιστροφών αιτούντων άσυλο στην Ελλάδα βάσει Κανονισμού Δουβλίνου από 15 Μαρτίου 2016, και το Κοινό Σχέδιο Δράσης του αρμόδιου συντονιστή της Ε.Ε. για την υλοποίηση του επιχειρησιακού σχεδίου Ε.Ε.-Τουρκίας και της Ελληνικής Κυβέρνησης, εγείρουν σημαντικά ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία και το μέλλον του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου.

Το SolidarityNow, από κοινού με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τη ΜΚΟ Αίτημα, που είναι επίσης μέλη του European Council for Refugees and Exiles, απέστειλαν σχετική επιστολή στο Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και στον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής.

Διαβάστε το πλήρες κείμενο της επιστολής (ΑΓΓΛΙΚΑ)

«Οι οχτώ δε γίνεται να εκδοθούν στην Τουρκία. Δε γίνεται να θυσιάσουμε τις αρχές μας. Γιατί είναι επικίνδυνο»


«Οι οχτώ δε γίνεται να εκδοθούν στην Τουρκία. Δε γίνεται να θυσιάσουμε τις αρχές μας. Γιατί είναι επικίνδυνο»

Συμπεράσματα Συνέντευξης Τύπου για την έκδοση των 8 Τούρκων Αξιωματούχων

Αθήνα, 15 Δεκεμβρίου 2016

Με δηλώσεις και μηνύματα για τη σημασία και την αναγκαιότητα μη έκδοσης των Τούρκων αξιωματικών δεδομένης της κατάρρευσης του κράτους δικαίου στην Τουρκία και των βάσιμων ενδείξεων ότι θα υποστούν διώξεις και απάνθρωπη μεταχείριση εάν εκδοθούν, πραγματοποιήθηκε σήμερα, 15 Δεκεμβρίου 2016, Συνέντευξη Τύπου στο ΤΤΕ, με θέμα: «Το Κράτος Δικαίου μπροστά στην Έκδοση των 8 Τούρκων Αξιωματούχων». Τη Συνέντευξη Τύπου διοργάνωσαν από κοινού η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και το SolidarityNow με παράλληλες παρεμβάσεις σημαντικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, φορέων και πανεπιστημιακών.
Κατά την έναρξη της Συνέντευξης Τύπου η Κλειώ Παπαπαντολέων, δικηγόρος και συντονίστρια της σημερινής συζήτησης, επισήμανε ότι «Θέλω ευθύς εξαρχής να επισημάνω ότι εμάς δεν μας ενδιαφέρει εάν οι 8 εκζητούμενοι είναι ένοχοι ή αθώοι, εάν συμμετείχαν ή όχι στην απόπειρα πραξικοπήματος, εάν είναι πολιτικοί φίλοι ή εχθροί του Γκιουλέν κ.ο.κ. Δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι αυτό το αντικείμενο της συνέντευξης τύπου. Και αυτό γιατί σε ζητήματα δικαιωμάτων, δεν ρωτάς πρώτα ποιος είναι ο φορέας του ώστε να τον υπερασπιστείς μόνο άμα σου αρέσει».
Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Αλιβιζάτος, αναφέρθηκε στην πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου (συμβουλευτικό σώμα του Συμβουλίου της Ευρώπης), όπου μεταξύ άλλων σημειώνεται ότι «η τουρκική κυβέρνηση ερμήνευσε τις εξαιρετικές εξουσίες  που απένειμε στον εαυτό της πολύ ευρέως, και έλαβε μέτρα που έφταναν πολύ μακρύτερα απ’ όσο επιτρέπει το Τουρκικό Σύνταγμα. Βασικός σκοπός της επιβολής κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπου επιβάλλεται, είναι η αποκατάσταση της δημοκρατικής έννομης τάξης και είναι ανεπίτρεπτο αυτή να παρατείνεται επ’ αόριστον χωρίς λόγο. Αν μια κυβέρνηση ασκεί εξουσία επί μακρόν βάσει έκτακτων μέτρων αναπότρεπτα χάνει τη δημοκρατική νομιμοποίησή της, ενώ επισημαίνεται ότι υπάρχουν δικαιώματα που σε καμία περίπτωση δεν αναστέλλονται, όπως η απαγόρευση των βασανιστηρίων». Τέλος, ο κ. Αλιβιζάτος αναφέρθηκε στην ανάγκη χρήσης ένδικων μέσων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών μέτρων για τη μη έκδοση.
Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, ανέφερε ότι είναι ένα θέμα σημαντικό για την ελληνική δικαιοταξία στην Ελλάδα. Η άρση ισχύος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που η ίδια η Τουρκική Κυβέρνηση επέβαλε, όπως ανέφερε ο κ. Τσιτσελίκης, αφαιρεί το θεσμικό περιβάλλον των εγγυήσεων προστασίας των δικαιωμάτων στην Τουρκία. «Σήμερα η κατάσταση των πραγμάτων δείχνει ότι δίκαιη δίκη δεν μπορεί να διεξαχθεί όταν το τεκμήριο αθωότητας είναι εντελώς προσχηματικό, τα δικαστήρια λειτουργούν με επιλεγμένες συνθέσεις και οι δικηγόροι διώκονται ποινικά, ή όταν δεν υπάρχει καμία εγγύηση αξιοπρεπούς μεταχείρισης. Αντίθετα, υπάρχουν μαρτυρίες κακομεταχείρισης και βασανιστηρίων», επεσήμανε εμφατικά.
Ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρώην Γ.Γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπ. Δικαιοσύνης, υπογράμμισε ότι κανείς δεν αμφισβητεί το κυριαρχικό δικαίωμα της τουρκικής κυβέρνησης να προστατεύσει τη νομιμότητα. Η παράταση όμως αυτού του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης έχει προκαλέσει πολλαπλά ρήγματα στο σεβασμό των δικαιωμάτων. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Δεν μας ενδιαφέρει ο βαθμός εμπλοκής των εκζητουμένων στην απόπειρα πραξικοπήματος, μας ενδιαφέρει μόνο η τύχη τους αν βρεθούν απέναντι στις αρχές της Τουρκίας. Ο Έλληνας δικαστής καλείται να σταθμίσει με βάση τη συνείδησή του και όχι με ασαφείς επικλήσεις του εθνικού συμφέροντος. Καλείται να προστατεύσει το κράτος δικαίου που δεν ανέχεται δικαστήρια από δικαστές αμφίβολων εγγυήσεων ανεξαρτησίας, παρεμπόδιση της πρόσβασης σε δικηγόρο, πιθανότητα θανατικής ποινής και βεβαιότητα απάνθρωπης μεταχείρισης κατά την κράτηση».
Ο Παναγιώτης Περάκης, δικηγόρος και μέλος ΔΣ του ΔΣΑ, συνέδεσε τη συζήτηση με τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, αναφέροντας ότι το Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE) θεωρεί ότι η συμφωνία δεν είναι συμβατή με το κράτος δικαίου. Επίσης, υπάρχει ειδική ανακοίνωση για το θέμα της επαναφοράς της θανατικής ποινής στην Τουρκία, ενώ με αφορμή την παγκόσμια μέρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα η CCBE εξέδωσε ανακοίνωσε όπου καταγγέλλει την κατάρρευση του κράτους δικαίου στην Τουρκία. Όπως σημείωσε: «Τίθεται εν αμφιβόλω το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, η ελεύθερη πρόσβαση και η επικοινωνία με δικηγόρο συναντά πάρα πολλά προβλήματα, ενώ υπάρχουν πάνω από 300 δικηγόροι και περισσότεροι από 3.000 δικαστές που έχουν συλληφθεί». Συνεπώς, υπογράμμισε, «δε θέλουμε να προκαταλάβουμε καμία εξατομικευμένη κρίση, καλούμε απλώς τους Έλληνες δικαστές να κρίνουν με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τους κανόνες δικαίου».
Ο Δημήτρης Χριστόπουλος, Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, με γραπτό μήνυμά του το οποίο μεταφέρθηκε στο ακροατήριο της Συνέντευξης Τύπου, επεσήμανε: «Αν κάτι απομένει σε αυτήν την παραπαίουσα Ευρώπη των ημερών μας είναι ένα κύρος που σχετίζεται –όχι φυσικά με τις πολιτικές που ασκεί σήμερα– αλλά με κάποιες καταστατικές αρχές που την κάνουν να είναι ό,τι είναι στη νεωτερικότητα. Αυτές είναι το κράτος δικαίου και τα δικαιώματα. […] Οι οχτώ δε γίνεται να εκδοθούν στην Τουρκία. Όχι επειδή μας αρέσουν, αλλά επειδή δε γίνεται να θυσιάσουμε τον πολύ σκληρό πυρήνα των αρχών μας στο όνομα της πολιτικής σκοπιμότητας. Ειδάλλως, δεν θα έχουμε αρχές. Κι αυτό εκτός από ανήθικο είναι και επικίνδυνο».
Ο Σπύρος Κουλοχέρης υπογράμμισε ότι αν βγάλει κανείς το πολιτικό βάρος που έχει όλη αυτή η ιστορία, η υπόθεση νομικά είναι πολύ καθαρή.  Τόσο από την εθνική νομοθεσία όσο και από τη νομολογία του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι οι υπό έκδοση Τούρκοι δεν μπορούν να εκδοθούν, «τόσο επειδή βρίσκονται ακόμα στη διαδικασία ασύλου, όσο και επειδή βάσιμα πιθανολογείται ότι θα υποστούν διώξεις βάσει της πολιτικής τους δράσης».
Η εκπρόσωπος της ΓΣΕΕ, Έλλη Βαρχαλαμά, ανέφερε τη μεγάλη και σε βάθος χρόνου αλληλεγγύη και συνεργασία με τα Τουρκικά συνδικάτα και το ήδη βαρύ ιστορικό παραβιάσεων των συνδικαλιστικών ελευθεριών στην Τουρκία, διαπιστωμένων και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. «Τα ελληνικά συνδικάτα ενώνουν τη φωνή τους στο αίτημα μη έκδοσης των 8 Τούρκων αξιωματούχων, δεδομένου ότι η ζωή και η ασφάλεια τόσο των ίδιων όσο και των οικογενειών τους, ήδη απειλούνται»,σημείωσε κα Βαρχαλαμά.
Παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν επίσης από την «Επιτροπή Πολιτών κατά της Έκδοσης των 8 Αξιωματικών», καθώς και από τον συνήγορο των αξιωματικών κ. Όμηρο Ζέλιο. Στη Συνέντευξη Τύπου παρέστη η Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων, κα Αναστασία Χριστοδουλοπούλου.

Παρεμβάσεις και τοποθετήσεις πραγματοποιήθηκαν συγκεκριμένα από:

  • Τον ομότιμο καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Νίκο Αλιβιζάτο
  • Τον Πρόεδρο της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και καθηγητή στο Δίκαιο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, κ.Κων/νο Τσιτσελίκη
  • Τον πρώην Γενικό Γραμματέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Υπ. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. κ. Κωστή Παπαϊωάννου
  • Τον δικηγόρο Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. και επικεφαλής της Επιτροπής για τα Δικαιώματα Προσφύγων και Μεταναστών του ΔΣΑ, κ. Παναγιώτη Περάκη
  • Την Έλλη Βαρχαλαμά, εκπρόσωπο της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας
  • Τον Πρόεδρο της Διεθνούς Ομοσπονδίας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και αναπληρωτή καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κ. Δημήτρη Χριστόπουλο
  • Τον Επιστημονικό Υπεύθυνο του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, κ. Σπύρο Κουλοχέρη