Η ιστορία της Ζοζάν


Η Zοζάν ήρθε στην Ελλάδα από τη Συρία το Φεβρουάριο του 2016 και σήμερα διαμένει σε δομή φιλοξενίας του SolidarityNow. Βρίσκεται στη χώρα μαζί με τα τέσσερα παιδιά της ως πρόσφυγας και αιτούσα άσυλο.

Στη Συρία, η Zοζάν εργαζόταν οκτώ χρόνια σε ένα τεχνικό λύκειο ως καθηγήτρια fashion design. Η δουλειά της, της άρεσε πάρα πολύ. Με τον σύζυγό της απέκτησαν ένα σπίτι- όταν αυτό γκρεμίστηκε επέστρεψαν στο χωριό τους και μείνανε με τους γονείς του συζύγου της για ένα χρόνο. Η συμβίωση αυτή τη δυσκόλευε πολύ αφού της στερούσε την ανεξαρτησία της. Τα πολλά ενδοοικογενειακά προβλήματα οδήγησαν το ζευγάρι στην απόφαση να φύγουν για την Τουρκία το 2012, όπου και παρέμειναν για τρεις μήνες. Η Zοζάν όμως ξαναγύρισε στη Συρία αφού δεν μπορούσε να δεχτεί το γεγονός ότι τα παιδιά της δεν μπορούσαν να πάνε σε σχολείο στην Τουρκία. Νοίκιασε ένα σπίτι μόνη της για να ζήσει με τα παιδιά της. «Είπα θα παλέψω», αναφέρει χαρακτηριστικά η ίδια. Μετά από περίπου πέντε μήνες ο σύζυγός της γύρισε κι αυτός στη Συρία να τους βρει, ενώ έφυγε πάλι το 2015 για την Τουρκία και από εκεί για την Ιταλία.

Όταν πια έφτασε η στιγμή που το χωριό της μπήκε στο στόχαστρο του πολέμου, πήρε τη γενναία απόφαση και έφυγε μαζί με τα παιδιά της. Η ζωή της είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη. Κάθε φορά που έφευγε άφηνε τα παιδιά της για να εξασφαλίσει έναν μισθό για να φύγουν τελικά, δεν ήξερε αν θα επιστρέψει. Δεν δέχθηκε να ζήσει με άλλους γονείς και συγγενείς – η Zοζάν ήθελε και θέλει μια ελεύθερη ζωή. “Είχε πολύ κρύο, αυτό θυμάμαι”, στις 10 Ιανουαρίου του 2016 που έφυγε μαζί με τα παιδιά της για την Τουρκία. Φοβόταν πολύ. Ήταν παράνομη. Τρεις φορές προσπάθησε να περάσει τα σύνορα της Τουρκίας μέσα στην ίδια μέρα. Την τρίτη φορά την έπιασαν, την απείλησαν με όπλο, τους είπε “σκοτώστε με δε θα γυρίσω πίσω στη Συρία”. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει.

Πληρώνοντας τους Τούρκους Αστυνομικούς, ξαναπέρασε τα σύνορα της Τουρκίας και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Τέσσερις φορές προσπάθησε να περάσει τα σύνορα της Ελλάδας μέσω θάλασσας. Η βάρκα βούλιαζε. Τέσσερις φόρες γύρισε στην Τουρκία που σήμαιναν τέσσερις φυλακίσεις, κάθε μια από αυτές για τουλάχιστον 15 ή 16 ώρες σε κελί κράτησης.

Τελικά έφτασε με μια βάρκα στη Χίο και από εκεί στην Ειδομένη, όπου έμεινε τέσσερις μήνες. Σε αυτό το διάστημα προσπάθησε δυο φορές να περάσει τα σύνορα με τα Σκόπια. Πέρασαν μέρες περπατώντας στα βουνά. Τους γύρισαν πίσω. Όταν έκλεισε η Ειδομένη μεταφέρθηκε στον καταυλισμό του Καλοχωρίου. Άρχισε να γίνεται νευρική με τα παιδιά της, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, πήγαινε κάθε μέρα βόλτες και περπατούσε προκειμένου να ξεχνιέται.

Ένας φίλος της που μένει στην Ιρλανδία, της έκανε δώρο έναν μικρό εξοπλισμό για να ξεκινήσει να ζωγραφίζει. Το έκανε. Τα βράδια, μετά τη μία μέχρι τις εφτά το πρωί,  ζωγράφιζε για να μην κοιμάται επειδή φοβόταν για τα παιδιά της. Μετά τις εφτά που ξυπνούσαν όλοι και μπορούσαν τα παιδιά της να κυκλοφορούν χωρίς να φοβούνται τη νύχτα, κοιμόταν.

Όταν μεταφέρθηκε στη δομή του SolidarityNow ένοιωσε ασφάλεια για την ίδια και τα παιδιά της. Κατά τη διάρκεια της ημέρας πηγαίνει τα παιδιά της στο σχολείο, επιστρέφει σπίτι, μαγειρεύει και ζωγραφίζει. Θέλει πολύ να ασχοληθεί με δραστηριότητες, να μάθει νέα πράγματα, να δει τα παιδιά της να προοδεύουν και να μεγαλώνουν σε ένα ασφαλές περιβάλλον.

 

*To Πρόγραμμα Φιλοξενίας & Στέγασης υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

Η ιστορία του Rajab

Συνέντευξη & φωτογραφίες: Steven Tagle.

Ο 21χρονος Rajab, ζει σε ένα μονόκλινο δωμάτιο στο δεύτερο όροφο της δομής φιλοξενίας του SolidarityNow στο κέντρο της Αθήνας. Στα διπλανά δωμάτια μένουν οι φίλοι του, ο Hashem και ο Νούρι. Τα χέρια του έχουν σκληρύνει και πρηστεί στην προσπάθεια να στηρίζεται στα δεκανίκια του. “Τα χαρτιά λένε ότι είμαι Σύρος, αλλά εγώ γεννήθηκα στο Ιράκ“. Η μισή οικογένειά του ζει στο Ιράκ και η άλλη μισή στη Συρία.

Όταν ήταν εννέα χρονών, έχασε και τα δύο πόδια του.

Βρισκόταν πάνω σε ένα τρακτέρ που το οδηγούσε ο ξάδελφός του, μαζί με τη θεία του, τη γυναίκα του ξαδέλφου του και την αδελφή του ξαδέλφου του. Καθόταν σχεδόν πάνω σε ένα από τα λάστιχα του τρακτέρ.

Από ένα Αμερικάνινο τανκ τους πυροβόλησαν τέσσερις φορές.

«Τρεις πυροβολισμοί έφτασαν πολύ κοντά μας. Εκκωφαντικοί ήχοι. Δεν άκουσα τον τέταρτο πυροβολισμό. Σηκώθηκε πολλή σκόνη. Καυτή βενζίνη έκαψε το πηγούνι μου. Δεν ξέρω τί συνέβη. Δεν σκεφτόμουν – μόνο φόβο αισθανόμουν».

Το τρακτέρ καταστράφηκε. Ο ξάδελφος του Rajab σκοτώθηκε. Το ίδιο και η θεία του. Η γυναίκα του ξαδέλφου του έχασε το ένα πόδι της από το γόνατο και κάτω, ενώ το ίδιο συνέβη και στην αδελφή του και στα δυο πόδια.

«Ήρθαν άνθρωποι να μαζέψουν τα πτώματα και νόμιζαν ότι είμαι νεκρός. Με άφησαν με τους νεκρούς. Κατάφερα όμως να γνεύσω με το χέρι μου και έτσι με πήραν από εκεί».

Η επέμβαση διήρκεσε δύο ώρες. «Ξύπνησα πριν από τη χειρουργική επέμβαση και είδα τα πόδια μου. Όταν ξύπνησα πάλι, είχαν φύγει. Πού είναι τα πόδια μου;», φώναξα.

 «Κλαίω ακόμη για αυτή τη στιγμή».

Έμεινε στο νοσοκομείο για 27 ημέρες και στη συνέχεια πήγε στο σπίτι του για τρεις μήνες. «Κανείς δεν με βοήθησε, ούτε γιατροί, ούτε οι Αμερικάνοι, κανείς». Τρία χρόνια αργότερα, τέσσερις Αμερικανοί στρατιώτες επισκέφθηκαν το σπίτι του Rajab με έναν μεταφραστή για να πουν, «Λυπούμαστε». Κάθισαν στον κήπο και μίλησαν μόνο με τον πατέρα του. Ο Rajab δεν τους είδε ποτέ ξανά.

Μετά το ατύχημα, πήγε στη Συρία για να αντιμετωπίσει τον πόνο στα πόδια του. Έμεινε στη Συρία για δύο μήνες και από εκεί οι άνθρωποι από τον Ερυθρό Σταυρό τον μετέφεραν στη Ρώμη για να υποβληθεί σε προσθετική άκρων. «Τα πόδια που μου έβαλαν ήταν τόσο άνετα, θα μπορούσα να κοιμηθώ σε αυτά!“, λέει ο Rajab. Έζησε στη Ρώμη για τέσσερις μήνες με το θείο του. Μετά, πάλι στη Συρία για έναν χρόνο και πίσω στο Ιράκ. “Κάθε δύο μήνες, η κυβέρνηση μου δίνει 1100 δολάρια. Μερικές φορές τα χρήματα είναι αρκετά, μερικές φορές όχι“.

Δυστυχώς, τα πρόσθετα μέλη δεν μπορούσαν να αναπτυχθούν μαζί με τον Rajab, που όντας νέος ακόμη το σώμα του διαμορφωνόταν. Έτσι σταδιακά και επίπονα ο οργανισμός του τα απέβαλλε: «Τα πόδια μου άρχισαν να με πληγώνουν. Ήταν πάρα πολύ μικρά πια. Το δέρμα μου κολλούσε πάνω τους και αιμορραγούσα». Τώρα πια έχει πρόσθετα άκρα που του έβαλαν στο Ιράκ. Αυτά τα πόδια είναι πλαστικά με πυρήνες σιδήρου. Το γόνατο του αριστερού ποδιού είναι σπασμένο και δεν λυγίζει. Και δεν υπάρχει προστατευτικό υλικό μεταξύ του πλαστικού και του δέρματός του κι έτσι η προσθετική σκάβει σαν μαχαίρι.

Λόγω του πολέμου, ο Rajab δεν μπορεί να πάει πίσω στον Ερυθρό Σταυρό. Προσπάθησε να πάει στην Ιταλία από τη Συρία, αλλά το ταξίδι ήταν πάρα πολύ ακριβό κι έτσι επέλεξε να έρθει στην Ελλάδα. Ταξίδεψε από τη Βαγδάτη στο Κουρδιστάν, αφού έζησε εκεί για ενάμιση χρόνο, και έφτασε στην Τουρκία. Στις 30 Ιουνίου 2016, έφτασε με βάρκα στη Λέρο. Πέρασε σχεδόν τέσσερις μήνες στον καταυλισμό στο νησί κάτω από πολύ άσχημες συνθήκες, μαζί με άλλους 600 ανθρώπους. Ο γιατρός στον καταυλισμό είπε ότι δεν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση και δεν του έδωσε παυσίπονα.

Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες τον έφερε σε επαφή με το SolidarityNow και από τον Σεπτέμβριο του 2016, φιλοξενείται σε μια από τις δομές στέγασης της οργάνωσης στην Αθήνα. Μια ομάδα γιατρών, που επισκέφθηκαν τη δομή φιλοξενίας πριν λίγες ημέρες, του έδειξαν ένα βίντεο στο οποίο ένα αγόρι με πρόσθετα μέλη περπατάει. Οι γιατροί θέλουν να βάλουν στον Rajab ένα νέο ζευγάρι ποδιών. Του είπαν ότι θα κάνει μια απλή χειρουργική επέμβαση εδώ στην Ελλάδα, και στη συνέχεια θα μπορούσε να πάει σε μια άλλη χώρα να κάνει την επόμενη κύρια επέμβαση. «Θέλω να πάω στην Αμερική για να φτιάξω τα πόδια μου, επειδή το φάρμακο εκεί είναι καλό», λέει ο Rajab. «Οι Αμερικανοί μου έκοψαν τα πόδια και γι’αυτό θέλω να μου φτιάξουν νέα».

Ο Rajab ακόμη θέλει να πάει στην Ιταλία, αλλά λόγω της συμφωνίας μεταξύ Ευρώπης και Τουρκίας, αυτό είναι πολύ δύσκολο γι’αυτόν. Πριν λίγες ημέρες, είχε την πρώτη του συνέντευξη προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία παροχής ασύλου. Για όλα αυτά θα χρειαστεί να περιμένει το λιγότερο πέντε μήνες στην Ελλάδα. «Θα μείνω εδώ για πέντε μήνες να περιμένω μέχρι να μπορέσω να φύγω – δεν έχω άλλη επιλογή».

«Δύο ημέρες πριν φύγω από τη Συρία, γνώρισα τη Gazia και είπα στον πατέρα μου, αυτή είναι η αγάπη μου. Φρόντισέ τη».

Αφού φτιάξει τα πόδια του, θέλει να πάει πίσω στο Ιράκ. «Όταν πάω πίσω στο Ιράκ, θα παντρευτώ, θα αγοράσω ένα σπίτι, θα δημιουργήσω οικογένεια». Έχει σχέση με τη Gazia δυο χρόνια. Η οικογένειά της συμφώνησε να γίνει ο γάμος τους, αλλά δεν μπορεί να παντρευτεί αν δεν φτιάξει τα πόδια του.

 

*To Πρόγραμμα Φιλοξενίας & Στέγασης υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

Η ιστορία του Νουρ


από τον Mohammad Nour Alahmad Almasto, ηθοποιός, Σύρος πρόσφυγας – διαμένει προσωρινά σε δομή φιλοξενίας του SolidarityNow. 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κ της Καθημερινής την 1/1/2017 . 

“Νύχτα σκοτεινή, ανελέητο ψύχος ξημερώνοντας μία κατσουφιασμένη μέρα. Αναχωρούσα αποχαιρετώντας θλιμμένος την πόλη μου στη Συρία. Δραπετεύοντας από τα βλέμματα και τις κακές γλώσσες των ανθρώπων. Δραπετεύοντας από τις επιθέσεις των φανατικών ενάντια στην ελεύθερη σκέψη, ενάντια στο δικαίωμα έκφρασης και αυτοδιάθεσης.

Στάθηκα στα σύνορα της Τουρκίας και ονειρευόμουν ένα μέρος που δεν γνωρίζει  την αδικία. Έναν τόπο όπου η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί πολύτιμο αγαθό. Πιστεύοντας ότι τουλάχιστον εκεί οι άνθρωποι ανοίγουν την αγκαλιά τους στην ελεύθερη σκέψη.

Όταν στερεύεις από δάκρυα και εξαντλείσαι από προσβολές, αναγκάζεσαι να διασχίσεις με κάθε δυνατό τρόπο τα σύνορα, ακόμα και όταν αυτό γίνεται υπό την απειλή των όπλων των συνοριοφυλάκων.

Όταν κατάφερα να φθάσω στην πρώτη πόλη της Τουρκίας ένιωσα λες και ξαναγεννήθηκα. Αισθάνθηκα μία άγρια ελευθερία να με πλημμυρίζει καθώς κοιτούσα με δέος τα όμορφα κτίρια στους δρόμους, καθώς περπατούσα δίχως να γνωρίζω κανέναν. Το όνειρο όμως δεν κράτησε πολύ. Τέλειωσε όταν είδα ανθρώπους να λατρεύουν το χρήμα, ανθρώπους που δε γνωρίζουν την έννοια του οίκτου, της λύπησης και δεν αναγνωρίζουν κανενός είδους δικαίωμα στον εργαζόμενο. Ένιωσα έκπληξη διαπιστώνοντας πως πολλοί άνθρωποι δε γνωρίζουν καν την έννοια της λέξης ελευθερία. Πάλεψα επί δέκα μήνες για επιβίωση και ελεύθερη σκέψη. Κοροϊδεύοντας στην ουσία τον εαυτό μου – φορώντας μια μάσκα που δεν με αντιπροσώπευε.

Κι ήρθε η μέρα που δεν άντεξα άλλο. Μάζεψα τα υπάρχοντά μου και αποφάσισα να ταξιδέψω στην Ελλάδα που για μένα αντιπροσωπεύει την πηγή του πολιτισμού, ελπίζοντας να βρεθώ κι εγώ στην «πύλη» του αρχαίου θεάτρου, στην αγκαλιά των φιλοσόφων και των επιστημόνων του ελληνικού πολιτισμού. Ονειρεύτηκα για αλλαγή να βρεθώ κοντά στο φως.

Και βρίσκομαι τώρα εδώ, στην Ελλάδα, τη χώρα της ελεύθερης σκέψης, της  ανεξιθρησκίας και της σεξουαλικής ελευθερίας. Αναμένοντας τον καινούργιο  χρόνο να χορέψω χαρούμενος… Θα χορέψω με χαρά επειδή λυτρώθηκα από τις επιθέσεις των φανατικών ή ίσως επειδή επανέκτησα την ψυχική μου ισορροπία από τη μισαλλοδοξία των ανθρώπων ή μήπως θα χορέψω επειδή σώθηκα από την οργή της θάλασσας του Αιγαίου;
Όχι. Θα χορέψω από χαρά ελπίζοντας για έναν καινούργιο χρόνο που θα με κάνει να αφήσω πίσω μου το παρελθόν και να αντικρύσω το αύριο με νέο βλέμμα”.

Η ιστορία του Γκανίμ


Τον Οκτώβριο του 2016 εντάχθηκε στο πρόγραμμα Extended του SolidarityNow ο Ghanim Hameed μαζί με τη σύζυγό του Shaymaa και τα 2 παιδιά του, τον ανήλικο 16χρονο Hazim και την 21χρονη Samar.
H οικογένεια προέρχεται από το Ιράκ και είχαν ζητήσει οικογενειακή επανένωση στη Γερμανία, καθώς εκεί βρίσκονται ο μεγαλύτερος και ο μικρότερος γιός της οικογένειας.

Τον Ιούνιο του 2014 αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη Μοσούλη και κατέφυγαν στην Τουρκία. Ο πατέρας πήρε την απόφαση να στείλει στη Γερμανία τον μικρότερο γιό τους μαζί με την κόρη του. Τελικά αποφασίστηκε να φύγουν το 2015 ο μεγαλύτερος γιός μαζί με τον «Βενιαμίν» της οικογένειας. Το ταξίδι από την Κωνσταντινούπολη ως τη Γερμανία διήρκησε 45 ημέρες και κόστισε 11.000 ευρώ στην οικογένεια. Στο διάστημα μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016 τα υπόλοιπα 4 μέλη παρέμειναν στην Τουρκία.
Τα δύο παιδιά δούλευαν σε ευκαιριακές εργασίες και είχαν την ευκαιρία μέσα σε λίγο διάστημα να μάθουν να μιλάνε και την τουρκική και την αγγλική γλώσσα. Το αγόρι είναι πολύ καλό στους υπολογιστές και το όνειρό του είναι να σπουδάσει στον τομέα των υπολογιστών, ενώ το όνειρο της  Samar είναι επίσης να μπορέσει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.

Όταν ήρθαν το Φεβρουάριο στη Λέρο δεν προλάβαν να περάσουν τα σύνορα και έτσι παρέμειναν 2 εβδομάδες στην Ειδομένη κι έπειτα μεταφέρθηκαν στον καταυλισμό στα Διαβατά. Με τη βοήθεια των εθελοντικών ομάδων μεταφέρθηκαν σε σπίτι στη Ν. Μαγνησία όπου η ιδιοκτήτρια το παραχώρησε στην οικογένεια προκειμένου να ανακουφιστεί.

Με την ένταξη της οικογένειας στο πρόγραμμα τον Οκτώβριο ξεκίνησαν όλοι να παρακολουθούν μαθήματα αγγλικών και γερμανικών. Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου, επισκέπτονταν πολύ συχνά τα γραφεία του SolidarityNow, προκειμένου να μοιραστούν την αγωνία και την ανυπομονησία τους, σχετικά με την τελική απόφαση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Τον Νοέμβριο, όταν έλαβαν την τελική απόφαση για την επανένωση με τα άλλα 2 παιδιά τους ήρθαν κατευθείαν στο SN προκειμένου να ρωτήσουν πότε θα ήταν δυνατή η μεταφορά τους. Καθώς ενημερωθήκαν ότι μέσω της ΥΑ οι μεταφορές αργούν αποφάσισαν να πληρώσουν οι ίδιοι τα εισιτήρια για να βρεθούν το συντομότερο δίπλα στα παιδιά τους. Με την επιμονή των ανθρώπων της οργάνωσης, η οικογένειά έλαβε τελικά ως ημερομηνία  αναχώρησης για Αμβούργο την 6η Δεκεμβρίου. Τις υπόλοιπες εβδομάδες της παραμονής τους συνέχιζαν τα μαθήματα των ξένων γλωσσών και περνούσαν πολύ πιο τακτικά από το SN για να επιβεβαιώσουν ότι δεν άλλαξε κάτι αλλά και για να μοιραστούν τη χαρά τους. Στάθηκαν επίσης τυχεροί καθώς πρόλαβαν να ενταχθούν και στο πρόγραμμα με τις prepaid card και έτσι κατάφεραν να καλύψουν και τα έξοδα των εισιτηρίων τους.  Τις ημέρες πριν να φύγουν διοργάνωσαν γεύματα τόσο για τους φίλους τους που παραμένουν ακόμα στην Ελλάδα όσο και για την ομάδα του SN που τους στήριξε.

Στις 6 Δεκεμβρίου μεταφέραμε την οικογένεια στο αεροδρόμιο. Ρωτούσαν σχετικά με τη παραλαβή και τη διαμονή τους στη Γερμανία και τους καθησυχάζαμε λέγοντάς τους ότι η Ύπατη Αρμοστεία θα φροντίσει για αυτούς, χωρίς να γνωρίζουμε παραπάνω λεπτομέρειες από αυτά που και οι ίδιοι γνώριζαν. Μας ενημέρωσαν ότι ο μικρότερος γιος o Yousif δε γνωρίζει ότι θα συναντήσει την οικογένεια στο αεροδρόμιο για να του κάνουν έκπληξη. Ο αδελφός του, ο Mohamad, του είπε ότι θα πάνε να παραλάβουν έναν φίλο του. Τις προηγούμενες ημέρες, καθώς στη Γερμανία τα δώρα τα φέρνει ο  Sankta Nikolaus  (Αγ. Νικόλαος) στις 6 Δεκεμβρίου, ζήτησαν από τον Youzif να του στείλει γράμμα και να του ζητήσει ένα μεγάλο δώρο. Στην αρχή ζήτησε ένα PlayStation  αλλά μετά του είπαν να ζητήσει κάτι πραγματικά μεγάλο. Τότε ζήτησε να συναντήσει τους γονείς του και τα αδέλφια του αλλά ανέφερε ότι δεν πιστεύει ότι θα του φέρει κάποια από τα δώρα που ζήτησε.

Η οικογένεια έφτασε στο Αμβούργο όπου και συνάντησε τα υπόλοιπα δυο μέλη της. Ωστόσο εκτός από την έκπληξη που επιφύλασσαν στον μικρότερο γιο και ο Mohamad είχε μια έκπληξη για αυτούς. Το διάστημα αυτό κατάφερε να νοικιάσει ένα σπίτι για τον εαυτό του και θα φιλοξενήσει την οικογένεια του προκειμένου να μη ταλαιπωρηθούν ξανά στο camp.

H οικογένεια αυτή βρήκε το δρόμο της και όλοι μαζί θα υποδεχθούν το νέο έτος στην καινούργια πατρίδα τους. Όλα τα μέλη της οικογένειας δήλωσαν ότι δεν σκέφτονται να επιστρέψουν πότε πίσω στην πατρίδα τους, παρά μόνο όταν θα σταματήσει για πάντα ο πόλεμος και θα μπορούν να επισκεφθούν ξανά τους συγγενείς και τους φίλους τους.

Καλώς ήρθες στον κόσμο, Χανίν!


Νέα χρονιά, νέα ζωή!

Καλώς μας ήρθες μικρή Χανίν! H οικογένεια του Abdulamajid πριν λίγες μέρες έγινε 5μελής αποκτώντας ακόμα ένα αδελφάκι. Στο πρόγραμμα Στέγασης & Φιλοξενίας του SolidarityNow, και συγκεκριμένα στις δομές μας στη Σίνδο της Θεσσαλονίκης, καλωσορίσαμε το νέο μας μέλος με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό.

Καλό και τυχερό ταξίδι στον κόσμο Χανίν μας!

H ιστορία του Wasim: Μου έχει λείψει ο πατέρας μου


Ο Wasim, 27 χρονών, ζει σήμερα σε ένα μονόκλινο δωμάτιο στον έκτο όροφο ενός ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας. Τα απογεύματα ακούει πολύ δυνατά μουσική που έρχεται μέσα από τα ηχεία που έχει συνδέσει με το κινητό του τηλέφωνο. Ο Wasim ήρθε από τη Συρία όπου διατηρούσε ένα κατάστημα στη γειτονιά Jbela της περιοχής Deir ez-Zur και εκεί αναλάμβανε τον ψηφιακό προγραμματισμό και την πώληση τηλεχειριστήριων κλειδιών για αυτοκίνητα.

Η οικογένεια του Wasim αποτελείται από επτά μέλη: τους γονείς του Wasim, τις τρεις αδερφές του, τον ίδιο και έναν ακόμη αδελφό. Πριν φύγει από την εμπόλεμη Συρία, ο Wasim έμενε σε ένα σπίτι με τον παππού και τους θείους του. Ο 55χρονος πατέρας του είχε ήδη φύγει από το 2015, αναζητώντας στο Βερολίνο μια λύση στο πρόβλημα υγείας του αλλά και δουλειά, ενώ η υπόλοιπη οικογένεια ζει πια στο Κουρδιστάν. Η επικοινωνία του Wasim με την οικογένειά του είναι καθημερινή.

Το 2012, ο Wasim μετακόμισε στο Ιράκ, όπου και έμεινε για τέσσερα χρόνια, κάνοντας διάφορες δουλειές, ενώ παράλληλα έμαθε την Κουρδική γλώσσα. Για να φτάσει στην Ελλάδα, ταξίδεψε από το Κουρδιστάν στη Σμύρνη και κατέληξε στη Χίο. Η γλαφυρή περιγραφή του ταξιδιού του, περιλαμβάνει μια μικρή βάρκα με υπεράριθμους επιβάτες, γυναίκες και φοβισμένα παιδιά, κακές καιρικές συνθήκες και όλα αυτά με την Τούρκικη αστυνομία να κυνηγά τους διακινητές. Μετά από έξι ημέρες στη Χίο, έφτασε και παρέμεινε για έξι μήνες στον καταυλισμό της Ριτσώνας για τους πρόσφυγες. Παρά τις δυσάρεστες συνθήκες, εκεί κατάφερε να έχει την πρώτη του συνέντευξη με τις αρμόδιες υπηρεσίες και να καταχωρηθεί ως πρόσφυγας.

Στη συνέχεια, έζησε για τέσσερις μήνες στο κέντρο φιλοξενίας προσφύγων στον Σκαραμαγκά – «Για δέκα ημέρες, κοιμόμουν σε μια σκηνή έξω από το κέντρο φιλοξενίας. Δεν μπορούσα να κάνω μπάνιο και δεν μου επέτρεπαν να μπω μέσα γιατί δεν είχα τα κατάλληλα χαρτιά. Με έσωσαν μερικοί φίλοι μου μέσα από το κέντρο φιλοξενίας, οι οποίοι μου έδωσαν φαγητό και καταφύγιο. Δεν είχα τη δική μου κάρτα για φαγητό για περισσότερους από τέσσερις μήνες». Τελικά, κατάφερε να έρθει σε επικοινωνία με την οργάνωση Caritas Hellas και έναν μήνα μετά την καταχώρηση του ονόματός του στον επίσημο κατάλογο της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, βρέθηκε να φιλοξενείται στο ξενοδοχείο Galaxy στο Κρανίδι, το οποίο είναι μια από τις δομές στέγασης και φιλοξενίας προσφύγων του SolidairityNow.

Από τον Σεπτέμβριο, ζει στο ξενοδοχείο Θεοξένια στην Αθήνα, που είναι και αυτό μια από τις δομές στέγασης και φιλοξενίας της οργάνωσης. Ζει σε αυτό το μονόκλινο δωμάτιο του έκτου ορόφου του ξενοδοχείου, από όπου ακούγεται δυνατά η μουσική που του αρέσει και που τον στηρίζει σε αυτό το πολύπαθο ταξίδι, ενώ δεν τον αφήνει να ξεχνά ότι είναι ένας νέος άνθρωπος που οφείλει στον εαυτό του να ζήσει στιγμές ξεγνοιασιάς και ασφάλειας.

Ο Wasim περιμένει την ημέρα που θα ταξιδέψει για τη Γερμανία και θα βρει ξανά τον πατέρα του – «Δεν έχω δει τον πατέρα μου δυο χρόνια. Μου έχει λείψει τόσο πολύ». Όσο περιμένει αυτή την ημέρα εδώ στην Αθήνα, η ζωή κυλά με τα διάφορα προβλήματα μιας πιο τυπικής καθημερινότητας – χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η βλάβη που προκλήθηκε στο κινητό του τηλέφωνο, κατά τη διάρκεια των προπονήσεων με την ποδοσφαιρική ομάδα στην οποία συμμετέχει μαζί με άλλους φιλοξενούμενους πρόσφυγες στη δομή. Η επισκευή του τηλεφώνου κόστισε 40 ευρώ, αλλά δεν δίστασε στιγμή γι’ αυτό – η επισκευή του ήταν δεδομένη. Το κινητό του τηλέφωνο είναι το μόνο μέσο με το οποίο επικοινωνεί με την οικογένειά του και πρέπει πάντα να είναι ενεργό.

Ο Wasim αγαπά τη δουλειά, το κολύμπι και το μπάσκετ όπως και το ποδόσφαιρο. Η αγάπη του για τον αθλητισμό τον οδήγησε επίσης να λάβει μέρος στον αγώνα των 5χλμ του Κλασικού Μαραθωνίου της Αθήνας , ως μέλος της 1ης Ομάδας Προσφύγων που συμμετείχαν ποτέ σε Μαραθώνιο.

Πολύ συχνά, πηγαίνει βόλτες στον Σκαραμαγκά και στα Εξάρχεια για να δει τους φίλους που έχει αποκτήσει τους οκτώ μήνες που ζει στην Ελλάδα. «Κάθε μέρα πηγαίνω βόλτα στα Εξάρχεια για να δω τους Γερμανούς, Ιταλούς, Αιγύπτιους, Σύρους, Αλβανούς, Γάλλους και Έλληνες φίλους μου»! Πάνω από όλα όμως, στην Αθήνα γνώρισε και αγάπησε την Ana, την Ana του όπως την αποκαλεί.

 

*To Πρόγραμμα Φιλοξενίας & Στέγασης Home for Hope υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

#WEAREFAMILY 04 – Η οικογένεια της Ελευθερίας και της Άβιν


“Είναι παιδιά και έχουν ανάγκη μια αγκαλιά», Ελευθερία Δεληπαλτίδου, συνταξιούχος, μητέρα δυο παιδιών

Ένα πρωϊνό στο Πρόχωμα Θεσσαλονίκης ξεκινά με αυτόν τον σύντομο αλλά ενδεικτικό διάλογο:

  • Καλημέρα μαμά!
  • Καλημέρα μωρό μου!

Στη συνέχεια ανταλλάσσουν τα πρώτα φιλιά και αγκαλιές της ημέρας και κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι για το πρωινό. Αυτό συμβαίνει κάθε μέρα, από τον Αύγουστο που μένουν μαζί.

Μια οικογενειακή όμορφη στιγμή, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν συνδέονται εξ αίματος, αλλά που έγιναν οικογένεια χάρη στην προσφορά της Ελευθερίας και του Γιώργου, οι οποίοι άνοιξαν το σπίτι τους και ακόμη πιο διάπλατα την αγκαλιά τους, για την Άβιν, τον Κάου και τη μικρή τους κόρη από τη Συρία.

Παρακολουθήστε εδώ το πολύ συγκινητικό βίντεο της συγκατοίκησης αυτής.

Αλάα: Νιώθουμε το σπίτι σαν το δικό μας!


“Ρωτήστε την ό,τι θέλετε, είναι η Google!”, με αυτή την προτροπή να απευθύνουμε εγκυκλοπαιδικές ερωτήσεις στην 8χρονη κόρη του, ξεκινά η κουβέντα μας με τον Αλάα Τουισάν, 41 ετών, Ιρακινό πρόσφυγα.

Κι επειδή εμείς διστάζουμε, ξεκινά εκείνος να τη ρωτά:

  • Ποια είναι η πρωτεύουσα της Ινδονησίας;
  • Η Τζακάρτα
  • Πότε έπεσε το τείχος του Βερολίνου;
  • Το 1988
  • Ποιος έγραψε τον Άμλετ;
  • Ο Σαίξπηρ

Η 8χρονη Ράνια απαντά με τη συγκρότηση και την ωριμότητα ενός ενήλικα και φυσικά, κερδίζει εκτός από το χειροκρότημα όλων και τον απεριόριστο θαυμασμό μας. Πώς ένα μικρό κορίτσι που ελάχιστα πρόλαβε να πάει σχολείο στη χώρα του -καθώς χρειάστηκε να φύγει λόγων διώξεων από τον ISIS-  μπόρεσε κι έμαθε τόσα πράγματα μέσα από το μοναδικό ίσως παράθυρο γνώσης γι’ αυτήν, το διαδίκτυο.
Βέβαια τόσο ο Άλαα, ειδικός αναλυτής υπολογιστών και η καθηγήτρια αγγλικών σύζυγός του Νάντια, συνέβαλαν καθοριστικά στην εκπαίδευση και την παιδεία της κόρης τους.
Σήμερα ο Άλαα, η Νάντια και οι δυο τους κόρες, η Ράνια -το 8χρονο «σοφό παιδί» τους- και η 6χρονη Λάνυα έχουν φύγει μακριά από τις απειλές ενάντια στη ζωή τους, τους εκφοβισμούς και τις συνεχείς διώξεις. Πλέον δεν έχουν να φοβούνται για τη ζωή τους. Αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το Ιράκ, από όπου κατάγονται, όταν το ISIS «κατέστρεψε τη δουλειά και τη ζωή μου», λέει ο Αλάα. Καθώς λειτουργούσε μία μικρή επιχείρηση με είδη εργαστηρίου και υπολογιστές, ο Άλαα συναλλασσόταν και είχε κρατικά συμβόλαια εργασίας. Αυτό θεωρήθηκε αρκετό για να διωχθεί και να απειληθεί η ζωή του και η ζωή της οικογένειάς του. Κατέφυγε αρχικά στην Ιορδανία, όπου έμεινε για ένα διάστημα, πριν πάρει την απόφαση να φθάσει στην Ελλάδα κι από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.
«Φύγαμε με 5.000 δολάρια και πιστεύαμε πως με αυτά θα φθάναμε κάπου με ασφάλεια. Γιατί αυτό είχε προτεραιότητα για εμένα. Να πάω κάπου την οικογένειά μου όπου θα νιώθαμε ασφαλείς. Τα παιδιά να συνεχίσουν το σχολείο τους κι εγώ μετά, θα έβρισκα τον τρόπο μου να ξεκινήσω μια δουλειά».

Ο Άλαα και η οικογένειά του έφθασαν με κίνδυνο της ζωής τους στην Ελλάδα. Αλλά έφθασαν τελικά και σήμερα νιώθουν ασφαλείς στο σπίτι που άνοιξε για να τους φιλοξενήσει, στο πλαίσιο του προγράμματος στέγασης και φιλοξενίας Home for Hope του SolidarityNow. «Έχουμε ένα σπίτι που το νιώθουμε σαν το δικό μας σπίτι και νιώθουμε ευγνώμονες απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους που μας το πρόσφεραν, μολονότι γνωρίζουμε ότι δε θα μείνουμε για πάντα στην Ελλάδα. Ήδη έχει εγκριθεί η αίτηση ασύλου μας και θα φύγουμε σύντομα για την Ιρλανδία. Ωστόσο δε θα ξεχάσουμε ποτέ αυτή την αίσθηση αλληλεγγύης που νιώσαμε εδώ», λέει ο Άλαα.

Ο Άλαα, όπως και πολλοί συμπατριώτες του που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους εξαιτίας απειλών και διώξεων, ονειρεύεται ένα μέρος με ασφάλεια. Για τον ίδιο και την οικογένειά του. Ένα μέρος όπου τα παιδιά θα είναι ελεύθερα να είναι παιδιά. Ένα μέρος όπου η ζωή θα έχει αξία και που τα ανθρώπινα δικαιώματα θα ισχύουν για όλους.

*Σήμερα, ο Άλαα και η οικογένειά του έχουν ήδη μετεγκατασταθεί στην Ιρλανδία για να πιάσουν τη ζωή τους από την αρχή.

Το Πρόγραμμα Στέγασης & Φιλοξενίας υλοποιείται από το SolidarityNow, με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

#WEAREFAMILY 03 – Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΟΥΛΙΜΑΝ


«Μέχρι να βρουν την Ιθάκη τους, ας ανοίξουμε τα χέρια μας κι ας τους αγκαλιάσουμε», Γεωργία, συνταξιούχος από τη Θεσσαλονίκη, φιλοξενεί στο πατρικό της τη 12μελή οικογένεια από τη Συρία. 

Μια ιδιαίτερα όμορφη ιστορία αλληλεγγύης και αρμονικής συνύπαρξης, ανάμεσα σε 13 ανθρώπους, εκτυλίσσεται εδώ και λίγο καιρό στη Θεσσαλονίκη. Η ιστορία αυτή ξεκίνησε όταν η Γεωργία αποφάσισε και άνοιξε το πατρικό της σπίτι για τη 12μελή οικογένεια του Σουλιμάν από την Νταρά της Συρίας.

Οι γονείς και τα 10 τους παιδιά ξεκίνησαν όλοι μαζί το μακρύ ταξίδι από τη Συρία, για να φύγουν μακριά από τον πόλεμο που, αφού ματαίωσε τα όνειρά τους για το μέλλον, απειλούσε πια την ίδια τη ζωή τους. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού η Τουρκία. Στη συνέχεια, κατάφεραν με μία μικρή βάρκα και με άλλους συμπατριώτες τους να περάσουν απέναντι και να βρεθούν στη Μυτιλήνη. Αφού παρέμειναν για μικρό χρονικό διάστημα εκεί, επόμενος σταθμός για την οικογένεια ήταν η Ειδομένη και τελευταία η δομή φιλοξενίας στο Ωραιόκαστρο.

Η 43χρονη μητέρα, Νάιμα, μας διηγείται τις δύσκολες συνθήκες που έζησε μαζί με τα δέκα της παιδιά και το σύζυγό της στην Ειδομένη και καταλήγει: «Κλαίγαμε γιατί λυπόμασταν τους εαυτούς μας». Σήμερα, ζει τελείως διαφορετικές στιγμές, γεμάτες ασφάλεια και ευγνωμοσύνη και δηλώνει πολύ ευτυχισμένη «που κάποιος που δε με γνωρίζει με φιλοξενεί στο σπίτι του».  

Η Νάιμα, η μητέρα δέκα ανήλικων και ενήλικων παιδιών, καταφέρνει και είναι πάντα χαμογελαστή, ενώ φροντίζει στο σπίτι για όλους! Στο σπίτι την υποστηρίζει και η Γεωργία, που βοηθήσε στη δημιουργία ενός μικρού περιβολιού, ώστε και οι δώδεκα να έχουν τα δικά τους φρούτα, λαχανικά και αυγά. Οι δυο γυναίκες μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες, ως μητέρες και βρίσκουν κι εκεί τις ομοιότητες που ξεπερνούν κάθε άλλη διαφορά – θρησκείας, εθνικότητας, γλώσσας. Όνειρο της Νάιμα είναι να προσφέρει στα παιδιά της μια όμορφη και ασφαλή ζωή και τη δυνατότητα να σπουδάσουν.

Η Γεωργία δεν μετανιώνει στιγμή για την απόφασή της να ανοίξει το σπίτι της και να φιλοξενήσει τη 12μελή οικογένεια, ενώ εκφράζει αυτό που ένιωθε ως θεατής της προσφυγικής κρίσης στη χώρα μας – «οι συνθήκες κάτω από που ζούσαν στους καταυλισμούς αυτοί οι άνθρωποι εξαθλιώνουνε τη ζωή τους και την ψυχή τους ακόμη».

Αυτή η πράξη αλληλεγγύης της Γεωργίας είναι ένα παράδειγμα γενναιοδωρίας και αρμονικής συνύπαρξης μεταξύ πολλών και διαφορετικών ανθρώπων με τρόπο άμεσο και απλό: «ανοίγοντας τα χέρια και αγκαλιάζοντας αυτούς που έχουν ανάγκη».

Γνωρίστε τους μέσα από το video 

*Η συγκατοίκηση αυτή υποστηρίζεται από το Home for Hope, το Πρόγραμμα Στέγασης & Φιλοξενίας Προσφύγων που υλοποιεί το SolidarityNow με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τη χρηματοδότηση της ΕΕ.

Αdel, o ποιητής από τη Συρία: «Αποφάσισα να μείνω στην Ελλάδα!»


Εκκολαπτόμενος οικονομολόγος και ερασιτέχνης ποιητής, ο Adel πήρε την απόφαση στα 18 του να αλλάξει χώρα και ζωή, αρνούμενος να δεχτεί ως καθημερινότητά του τον πόλεμο.

Σε κάθε του πρόταση αναφέρει «φοβόμουν τις συνθήκες, αλλά δεν φοβήθηκα καμμιά στιγμή ότι δεν θα τα καταφέρω» και με σύμμαχο το θάρρος που του προσδίδει η ηλικία αλλά και ο χαρακτήρας του, ξεκίνησε την περιπέτειά του από τη Συρία, με πρώτο προορισμό την Τουρκία.

Χρειάστηκαν αρκετές ημέρες για να φτάσει στην Τουρκία, πραγματοποιώντας τη μεγαλύτερη απόσταση της διαδρομής με τα πόδια και τη μικρότερη με το λεωφορείο, όπως οι περισσότεροι ομοεθνείς του. Τα κατάφερε, διατηρώντας την πίστη για την καλύτερη ζωή που ήδη φαινόταν να υπάρχει μπροστά του. Ο Adel είχε αφήσει πια πίσω τους γονείς και τα πέντε αδέρφια του.

Πέρασε λίγο καιρό στην Τουρκία δουλεύοντας, με σκοπό να συγκεντρώσει τα χρήματα που θα του εξασφάλιζαν μια θέση στη βάρκα που θα τον περνούσε απέναντι στη Μυτιλήνη. Ο Adel περιγράφει γλαφυρά την παραμονή του στην Τουρκία, έχοντας μόνο δυσάρεστες αναμνήσεις τόσο από την αντιμετώπισή του ως πρόσφυγα όσο και από τις πολύ δύσκολες συνθήκες εργασίας.

Ο επόμενός του σταθμός ήταν τελικά η Μυτιλήνη, μετά από ένα μακρύ νυχτερινό ταξίδι στο Αιγαίο. Ένα ταξίδι που περιελάβανε μια αναγκαστική διακοπή λόγω βλάβης, δυσάρεστες στιγμές ανθρώπων που κλαίνε, που φοβούνται, που αποχωρίζονται ό,τι αγαπούν και κατάφεραν να σώσουν από τα σπίτια τους, καθώς και την υπερπροσπάθεια των ανδρών επιβατών όπως του Adel, για τη σωτηρία όλων.

Η προσπάθεια να συνεχίσει προς την Ευρώπη τον οδήγησε στην Ειδομένη, τα κλειστά όμως σύνορα άνοιξαν τον δρόμο για την Αθήνα. Στην Αθήνα εντάχθηκε στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, ως αιτών άσυλο. Λίγο καιρό μετά όμως, αρνήθηκε τη μετεγκατάστασή του στη Ρουμανία. Ο Adel προτίμησε να μείνει στην Ελλάδα.

Σήμερα ο Adel είναι ένας νέος άνθρωπος που κάνει ολοένα περισσότερα βήματα μπροστά. Δουλεύει στο SolidarityNow ως διαπολιτισμικός μεσολαβητής βοηθώντας με αυτόν τον τρόπο τους ομοεθνείς του, ενώ προσδοκά σύντομα να αρχίσει ξανά τις σπουδές του. Δεν έχει αποφασίσει ακόμη τί να διαλέξει – βιοτεχνολογία, φιλοσοφία ή οικονομικά. Μέχρι να αποφασίσει πάντως, γράφει ποιήματα στα αραβικά και στα αγγλικά, μαθαίνει ελληνικά ενώ συμμετέχει σε πολλές δραστηριότητες της οργάνωσης.

Τελευταία του δράση ήταν η ξενάγηση που έκανε τον περασμένο Οκτώβριο στους προσκεκλημένους του SolidarityNow στην έκθεση του Ai Wei Wei, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, και στο πλαίσιο εκδήλωσης της οργάνωσης με τίτλο «Μεταναστευτικές ροές και δράσεις του SolidarityNow». Ο Adel εξιστορώντας και το δικό του ταξίδι, ξενάγησε τους καλεσμένους στο φωτογραφικό τμήμα της έκθεσης του διάσημου Κινέζου καλλιτέχνη με θέμα το προσφυγικό ζήτημα.

 

Δείτε το βίντεο του Adel: