Θέλω να πάρω τη ζωή στα χέρια μου!, μαρτυρία του Λ. από τη Νιγηρία, Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας


Ο Λ. από τη  Νιγηρία είναι 37ετών και έφτασε στην Ελλάδα πριν από τρία χρόνια εξαιτίας θρησκευτικών διώξεων. Όλοι στην οικογένειά του ήταν χριστιανοί, όταν όμως ο πατέρας του ασπάστηκε το μουσουλμανισμό, όλοι οι άνδρες της οικογένειας έπρεπε να γίνουν μουσουλμάνοι αλλιώς θα κινδύνευαν με θανάτωση. Ο Λ. και τα υπόλοιπα έξι αδέλφια του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Νιγηρία και να φύγουν σε άλλες χώρες. Τρία από τα αδέρφια του κατέφυγαν στην Γκάνα ενώ τα άλλα δύο βρέθηκαν στην Γκάμπια. Ο ίδιος ήρθε στην Ελλάδα.
Ο Λ. περπάτησε εννέα μέρες μαζί με άλλους συμπατριώτες του για να φτάσει μέχρι εδώ. Διέσχισε τη Συρία, την Τουρκία για να φτάσει στην Πάτρα. Εκεί είχε φίλους που τον  φιλοξένησαν περίπου δύο χρόνια. Με λεωφορείο ήρθε στην Αθήνα όπου και μένει τους τελευταίους εφτά μήνες. Με την οικογένειά του δεν έχει συχνή επικοινωνία. Το 2013 πληροφορήθηκε από συμπατριώτες του ότι ο πατέρας του πέθανε. Μέχρι σήμερα δεν έχει  καταφέρει να μάθει την αιτία του θανάτου του.
Στην Αθήνα, ο Λ. φιλοξενείται από φίλους του κι αυτοί ήταν που τον οδήγησαν μία μέρα στο Κέντρο Αλληλεγγύης του «αλληλεγγύη-SolidarityNow» για να μπορέσει να δεχθεί τις δωρεάν υπηρεσίες που προσφέρονται.
«Οι συνθήκες που επικρατούν στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολες», μας λέει. Δε βρίσκει δουλειά γι’ αυτό και βασικό αίτημά του είναι να τον καθοδηγήσει η εργασιακή σύμβουλος ώστε να αναζητήσει εργασία και να μπορέσει να ζήσει. Στη χώρα του εργαζόταν ως κηπουρός. Τώρα ψάχνει οποιαδήποτε δουλειά θα του εξασφαλίσει σταθερότητα κι ένα εισόδημα για να συνεχίσει τη ζωή του.
Από την κοινωνική υπηρεσία του Κέντρου ο Λ. πληροφορήθηκε ότι μπορεί να κάνει αιτήματα στέγασης και σίτισης μέσω προγραμμάτων της Praksis –η οποία δραστηριοποιείται στο Κέντρο Αλληλεγγύης- και σε συνεργασία με το Δήμο Αθηναίων.
Πολλές φορές στο παρελθόν αλλά και στο παρόν, ο Λ. βίωσε το ρατσισμό από τους ανθρώπους.Παλιότερα είχε μπει σε ένα μαγαζί για να πουλήσει κοσμήματα και τον έβρισαν. Εκείνος απλά τους χαμογέλασε και τους είπε ευχαριστώ. «Σε κατηγορούν ότι έχεις πρόβλημα αλλά το πρόβλημα είναι δικό τους όταν φέρονται έτσι». Μια μέρα θυμάται περπατούσε στο δρόμο, σταμάτησαν δύο μηχανές με αστυνομικούς και τον ρώτησαν αν έχει χαρτιά. Τους τα έδειξε και μετά τον ρώτησαν αν έχει μπει φυλακή. «Αυτό ήταν κάπως άβολο», μας λέει ο ίδιος. «Δεν με ξέρουν, δεν ξέρουν τίποτα για εμένα, δεν μπορούν να με στιγματίζουν επειδή έχω διαφορετικό χρώμα. Ξέρω ότι με σταμάτησαν επειδή δεν είμαι λευκός. Αν είχα άλλο χρώμα ίσως να μη με σταματούσαν. Από τότε αλλάζω δρόμο όταν βλέπω αστυνομικό, όχι επειδή φοβάμαι, αλλά γιατί με ενοχλεί αυτή η καχυποψία».
Μας διηγείται ακόμα ένα περιστατικό. Μια μέρα περπατούσε στο δρόμο όταν τον σταμάτησαν δύο αστυνομικοί και τον ρώτησαν και πάλι για τα χαρτιά του. Εκείνος απάντησε ότι δεν τα έχει μαζί του αλλά ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία στο κινητό του. Τότε οι αστυνομικοί πήραν το κινητό του κι έφυγαν! «Πολλές φορές εκμεταλλεύονται την αδυναμία ανθρώπων όπως είμαι εγώ».
Ο Λ. προσπαθεί να μη χάνει την αισιοδοξία του, να παραμένει δραστήριος, να κυνηγάει κάθε ευκαιρία που του δίνεται. Επιθυμεί να βρει μια δουλειά, να μείνει στην Ελλάδα γιατί όπως μας λέει του αρέσουν πολύ «το κλίμα, τα διάφορα μέρη, ο τρόπος ζωής». Ακόμη η κατάστασή του δεν του επιτρέπει να προχωρήσει, να κάνει δική του οικογένεια και παιδιά. Δε θέλει όμως να μένει στα προβλήματά του, θέλει να βλέπει τη ζωή μπροστά του.
Στο Κέντρο του «αλληλεγγύη-SolidarityNow» και στην Praksis έχει βρει μεγάλη βοήθεια στο αίτημά του για εργασία, οι  άνθρωποι που τον υποδέχονται είναι πάντα με χαμόγελο, τον ακούν και τον κατευθύνουν όπως μπορούν μέσα από το πρόγραμμα απασχολησιμότητας.
Όμως δε μπορεί να συνεχίσει να διαμένει στην Ελλάδα χωρίς δουλειά, γιατί δε μπορεί να ανταπεξέλθει στις καθημερινές απαιτήσεις και στα έξοδα που πρέπει να καλύψει. Ονειρεύεται ελευθερία και δημοκρατία.
«Θέλω να πάρω τη ζωή στα χέρια μου, να βάλω της ζωή μου σε μια σειρά, να ισορροπήσει έτσι ώστε να μπορέσω να ζήσω στην Ελλάδα με αξιοπρέπεια».
Η συζήτησή μας με τον Λ. κλείνει με μια φράση που αυθόρμητα ήρθε στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή: «Σκεπτόμενος το πρόβλημα που αντιμετωπίζεις χάνεις το χρόνο σου. Γι’ αυτό καλύτερα να σκέφτεσαιτη λύση στο πρόβλημα».
———————————————————————

«Thinking about the problem you are facing is a waste of time; so you better think about the solution to the problem».

Οι δύο γυναίκες από τη Συρία


Το φετινό καλοκαίρι σηματοδότησε μια από τις πιο εκρηκτικές στιγμές στην ιστορία του μεταναστευτικού-προσφυγικού ζητήματος των τελευταίων ετών για ολόκληρη την Ευρώπη. Κύριος σταθμός εισόδου για την πλειοψηφία των ανθρώπων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις χώρες καταγωγής τους αποτέλεσε η Ελλάδα και συγκεκριμένα, τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων.

Η κάλυψη του θέματος από πλευράς των μέσων μαζικής ενημέρωσης ήταν τεράστια και συνεχής αναδεικνύοντας όλες τις πτυχές της κατάστασης. Παρατηρήθηκε η άμεση ανάγκη για παροχή βοήθειας και η προσπάθεια κάλυψης των στοιχειωδών και κύριων αναγκών -στέγη, τροφή, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη- για όσο καιρό οι άνθρωποι θα παρέμεναν στα νησιά, προκειμένου να γίνει η πρώτη καταγραφή τους, και στην πορεία να μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους προς κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, όπου και θα υπέβαλλαν αίτηση ασύλου.

Το νησί της Λέσβου, αποτέλεσε το πλαίσιο, εντός του οποίου έλαβε χώρα και εκτυλίχτηκε μια από τις αμέτρητες προσφυγικές ιστορίες. Παρούσα σε αυτή την ιστορία ήταν η Ευτυχία Γεωργιάδη, ψυχολόγος-εγκληματολόγος που εργάζεται για την Υπηρεσία Νομικής Βοήθειας της ΑΡΣΙΣ που λειτουργεί στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας του SolidarityNow. Κατά τη διάρκεια αποστολής που συντονίστηκε από το Solidarity Now, σε όλα τα νησιά όπου καταφθάνουν οι πρόσφυγες, μεταξύ αυτών και της Λέσβου, για να καταγραφούν οι ανάγκες των πληθυσμών, η Ευτυχία Γεωργιάδη συνάντησε εκεί τις δύο γυναίκες αυτής της ιστορίας, που είναι συγγενείς μεταξύ τους κι έφτασαν στην Ελλάδα από τη Συρία.

Η πρώτη γυναίκα είναι μητέρα τριών ανήλικων παιδιών και ο σύζυγός της έμεινε πίσω στη Συρία και να τους ακολουθήσει μετά. Η δεύτερη γυναίκα ταξίδεψε στην Ελλάδα με σκοπό να καταφέρει να φτάσει μέχρι στη Γερμανία όπου την περιμένει ο δικός της σύζυγος, ο οποίος κατάφερε να του δοθεί άδεια 10ετούς παραμονής και εργασίας.
Φθάνοντας στη Λέσβο, η Ευτυχία ήταν ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο απευθύνθηκαν οι δυο γυναίκες. Αφού της εξήγησαν την κατάστασή τους, ζήτησαν τη βοήθειά της για τη διαδικασία πρώτης καταγραφής καθώς δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Στο μεταξύ, η γυναίκα της οποίας ο σύζυγος ήταν στη Γερμανία, τον είχε ήδη ειδοποιήσει ότι είχε φτάσει σώα στο νησί κι εκείνος ερχόταν να τη συναντήσει, για να φύγουν όλοι μαζί για τη Γερμανία.

Λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος του κόσμου που περίμενε να καταγραφεί δεν προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι οι γυναίκες παρέμειναν στο νησί και συγκεκριμένα στον καταυλισμό του Καρά Τεπέ για τέσσερις μέρες, χωρίς κανένα σημάδι προόδου. Η Ευτυχία εκτιμώντας την κατάσταση, επικοινώνησε με το Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης (ΔΟΜ), ο οποίος με τη σειρά του την παρέπεμψε στη ΜΕΤΑδρασης, έτσι ώστε να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό η καταγραφή. Ακολουθώντας την απαραίτητη διαδικασία, η καταγραφή ολοκληρώθηκε κι οι δύο γυναίκες μεταφέρθηκαν τελικά από τον καταυλισμό του Καρά Τεπέ στο λιμάνι του νησιού, απ’ όπου και επιβιβάσθηκαν –μαζί με το σύζυγο που ήρθε από τη Γερμανία- σε πλοίο με προορισμό την Αθήνα.

Η Ευτυχία κράτησε τηλεφωνική επικοινωνία με τις δύο γυναίκες. Ήθελε να βεβαιωθεί πως συνέχισαν το ταξίδι τους κι ότι όλα πήγαν καλά για εκείνες και τους αγαπημένους τους. Την ευχαρίστησαν από καρδιάς για τη βοήθειά της και την ενημέρωσαν για την ασφαλή άφιξή τους στο λιμάνι του Πειραιά αλλά και στον τελικό προορισμό τους, τη Γερμανία, μετά από δύο εβδομάδες.

Η Ιστορία της Άσμα


Όλοι είναι χαμογελαστοί, έτοιμοι να προσφέρουν βοήθεια!

Η Άσμα είναι μια νέα, άνεργη γυναίκα και μητέρα ενός παιδιού 3,5 ετών. Τα τελευταία δύο χρόνια συμμετείχε σε πρόγραμμα απεξάρτησης του ΚΕΘΕΑ MOSAIC και κατόρθωσε να ξεφύγει από τον αλκοολισμό. Τους δύο τελευταίους μήνες είναι πια στη διαδικασία της επανένταξης. Οι άνθρωποι από το ΚΕΘΕΑ στην προσπάθειά τους να στηρίξουν το νέο ξεκίνημά της, την παρέπεμψαν στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας που λειτουργεί το SolidarityNow προκειμένου να λάβει περαιτέρω βοήθεια μέσα από τις υπηρεσίες που προσφέρουμε.

Όταν ήρθε στο Κέντρο Αλληλεγγύης, η Άσμα χρειάστηκε αρχικά τις ιατρικές υπηρεσίες της PRAKSIS και συγκεκριμένα του οθφαλμιάτρου για το μικρό της παιδί. Όπως χαρακτηριστικά μοιράστηκε μαζί μας: «Η συνεργασία με το γιατρό ήταν εξαιρετική!». Παράλληλα, επισκέφτηκε το “Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού” όπου και συμβουλεύτηκε τη κοινωνική λειτουργό της υπηρεσίας. Μέσα από τη συνομιλία με την κοινωνική λειτουργό, η Άσμα ένιωσε καλύτερα και ενισχύθηκε ψυχολογικά για τα θέματα που την απασχολούσαν, ενώ ξεκίνησε να λαμβάνει και κάποια τρόφιμα από τις διανομές που περιοδικά γίνονται για να στηρίξει την οικογένειά της. Πέρα από τις υπηρεσίες αυτές, η Άσμα απευθύνθηκε και στην οργάνωση της ΑΡΣΙΣ, που επίσης φιλοξενείται στο Κέντρο Αλληλεγγύης, για να ζητήσει νομικές συμβουλές και καθοδήγηση σε θέματα που την απασχολούσαν και χρειαζόταν εξιδεικευμένη βοήθεια.

Λίγο πριν αποχωρήσει με το παιδί της, τη ρωτήσαμε εάν βρήκε στο Κέντρο Αλληλεγγύης τη βοήθεια και την υποστήριξη που χρειαζόταν κι εκείνη μας απάντησε: «Δεν έχω μετανιώσει ούτε μια φορά που επισκέφτηκα το συγκεκριμένο χώρο. Όλοι είναι χαμογελαστοί και έτοιμοι να προσφέρουν βοήθεια. Αν δεν υπήρχε κατανόηση και ανθρώπινη συμπεριφορά δε θα υπήρχε νόημα να έρθω και να συνεχίσω να έρχομαι».

Η Ιστορία του Αμίν


Η εικόνα στον τοίχο, ο Αμίν και η αναπάντεχη συνάντηση

Η εικόνα ενός ανθρώπου σε μια βάρκα, με τα χέρια ανοιχτά και τεντωμένα -προς ένδειξη απόγνωσης και προσμονής για ένα καλύτερο μέλλον που τον περιμένει στην Ελλάδα;- αποτελεί τη μοναδική φωτογραφία που αντικρίζει κανείς μπαίνοντας στο γραφείο διοίκησης του SolidarityNow, στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας. Μέχρι πρόσφατα, για όλους εμάς, δεν ήταν παρά μια εικόνα. Δυνατή, ναι. Αλλά μια εικόνα στον τοίχο.

Ο Νάσος, ο φύλακας του Κέντρου Αλληλεγγύης ήταν αυτός που τον αναγνώρισε πρώτος. Που συνέδεσε σχεδόν αυτόματα την εικόνα με τον άνθρωπο που στεκόταν τώρα μπροστά του. Τα παιδιά στο Κέντρο τον πήραν από το χέρι και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Εκείνος υπάκουσε. Τον οδήγησαν μπροστά στην εικόνα στον τοίχο. Κι εκείνος έστρεψε το βλέμμα. Και η εικόνα τού αντιγύρισε τη δική του ματιά. Απλά, γιατί ο Αμίν είναι ο άνθρωπος της εικόνας. Δέκα χρόνια μετά.
Έπεσε στην αγκαλιά της μητέρας του για να κρύψει συγκίνηση και δάκρυα μαζί.

Ο Αμίν έφτασε στην Ελλάδα το 2005. Ξεκινώντας από τη Μαυριτανία, από όπου και κατάγεται, ο Αμίν δεν κατέρριψε τον κανόνα της πλειοψηφίας των μεταναστών-προσφύγων που διανύουν ένα μακρύ ταξίδι μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα. Χρειάστηκε να περάσει από το Μαρόκο, τη Λιβύη και την Τουρκία.

Έχοντας πλέον δέκα χρόνια στην Ελλάδα, κι έχοντας αναγνωριστεί επίσημα ως πρόσφυγας, ο Αμίν πασχίζει σήμερα για το καλύτερο δυνατό στη ζωή του. Όντας ανήλικος κατά την άφιξη του στην Ελλάδα, ο Αμίν εγκαταστάθηκε στο Ξενώνα Προσωρινής Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο ‘’ΜΕΛΛΟΝ’’ στην περιοχή του Μοσχάτου (λειτουργεί μέσω της ΑμΚΕ ΙΑΣΙΣ σε συνεργασία με την, ΕΚΠΟΣΠΟ ΝΟΣΤΟΣ, την ΕΡΓΟΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ και την ΕΑΔΑΠ). Στη διάρκεια της παραμονής του εκεί, ο Αμίν ήρθε
σε επικοινωνία με εργαζόμενη του μη κερδοσκοπικού σωματείου ‘’Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού’’, η οποία τον παρέπεμψε στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας.

Όταν ήρθε για πρώτη φορά στο Κέντρο Αλληλεγγύης, ο Αμίν επισκέφτηκε αρχικά την κοινωνική λειτουργό του Δικτύου, προκειμένου να λάβει βοήθεια για την αναζήτηση νέου ξενώνα. Παράλληλα με το αίτημά του, η κοινωνική λειτουργός τον παρέπεμψε στο πρόγραμμα απασχολησιμότητας που λειτουργεί η PRAKSIS στο Κέντρο Αλληλεγγύης, προκειμένου να λάβει βοήθεια και για θέματα εργασίας.

Ο Αμίν αυτή την περίοδο φιλοξενείται από μια φίλη και ψάχνει επίμονα και έντονα για εργασία. Όση ώρα μιλούσε μαζί μας, πολλές φορές η κουβέντα ερχόταν στην επιθυμία του να εργαστεί. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο προσπαθεί να αποκτήσει άδεια εργασίας, ενώ παράλληλα επισκέπτεται και τη μη κυβερνητική οργάνωση ΝΟΣΤΟΣ, όπου έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί δωρεάν τηλεφωνικά με εταιρείες και εργοδότες.

Η συγκλονιστική συνάντηση του Αμίν με την εικόνα στον τοίχο του Κέντρου Αλληλεγγύης του SolidarityNow στάθηκε η αφορμή για να μάθουμε την ιστορία του στα 10 χρόνια που μεσολάβησαν από τότε που έφτασε στην Ελλάδα μέχρι σήμερα. Και ταυτόχρονα, μας έκανε να αναρωτηθούμε για τα περίεργα παιχνίδια της ζωής, τις ανατροπές στις ζωές των ανθρώπων που φέρνει ο πόλεμος αλλά και για τους χιλιάδες άλλους «Αμίν» που καθημερινά αποτυπώνονται σε εικόνες, περνούν και χάνονται. Αλλά χάνονται ποτέ στ’ αλήθεια; Γιατί ο Αμίν μάς έδειξε πως πίσω από τις εικόνες βρίσκονται άνθρωποι καθημερινοί, με τη δική τους μοναδική ιστορία να σου διηγηθούν.

Στο πλευρό της Σ. Στο πλευρό της Ελλάδας. Στο πλευρό της Ευρώπης.


Η Σ. είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, η οποία έλαβε γνώση για τις υπηρεσίες του Κέντρου Αλληλεγγύης Αθήνας ύστερα από επίσκεψη της στο Κόμβο Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Δήμου Αθηναίων στο κτήριο του Παλαιού Φρουραρχείου απέναντι από το σταθμό Λαρίσης. Συγκεκριμένα, αναζητώντας βοήθεια για παροχή τροφίμων στο Κόμβο, η Σ. ενημερώθηκε για το Κέντρο Αλληλεγγύης που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτηρίου και τα συναφή προς τα παιδιά προγράμματα, παρεχόμενα από την ΜΚΟ Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την ένωση Μαζί για το Παιδί.

Στην πρώτη της επίσκεψη η Σ. μίλησε με τη παιδαγωγό, τη κοινωνική λειτουργό και τη ψυχολόγο του Δικτύου για τα Δικαιώματα του Παιδιού, αναφορικά με τα δυο της παιδιά. Λαμβάνοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από τα μέλη του Δικτύου, η Σ. παραπέμφθηκε να μιλήσει με παιδίατρο για το μικρότερο παιδί της. Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης με τη παιδίατρο, η οποία πραγματοποιήθηκε τις επόμενες μέρες, διαπιστώθηκε πως το παιδί παρουσιάζει αναπτυξιακή καθυστέρηση στην ομιλία. Παρόλα αυτά, το ραντεβού αποδείχθηκε σωτήριο, γιατί όπως η παιδίατρος ανέφερε στη Σ. ‘’η άμεση επέμβαση των γονιών και η σωστή ενασχόληση με το παιδί θα το βοηθήσει άμεσα, ούτως ώστε να κερδίσει το χαμένο χρόνο για να μιλήσει’’. Επιπροσθέτως, η Σ. ξεκίνησε να λαμβάνει βοήθεια και για το μεγαλύτερο της παιδί από τη ψυχολόγο του Δικτύου. Το ζήτημα για το μεγαλύτερο παιδί ήταν αυτό της διαχείρισης της συμπεριφοράς του παιδιού σε συνάρτηση με το περιβάλλον και των συνακόλουθων φόβων και φοβιών του που πηγάζουν από αυτό. Η Σ. μέσα από την παρακολούθηση των ατομικών συνεδριών με τη ψυχολόγο, επιχειρεί να ενισχυθεί στους ρόλους της μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας και παράλληλα να μάθει να διαχειρίζεται με αποτελεσματικότητα όλες τις καταστάσεις και τα προβλήματα που ανακύπτουν στην καθημερινότητα (βιοποριστικά – οικογενειακά).

Εκτός από την λήψη βοήθειας από το Δίκτυο, η Σ. συμβουλεύτηκε επίσης την υπηρεσία απασχολησιμότητας της PRAKSIS για το ζήτημα της εργασίας, καθώς και την νομική υπηρεσία της ΑΡΣΙΣ για θέμα προσφιλούς της προσώπου. Για την ώρα έχουν προγραμματιστεί ραντεβού και με τις δύο υπηρεσίες των ΜΚΟ για την διευθέτηση των παραπάνω θεμάτων.
Τελειώνοντας τη συνομιλία μας η Σ. μας είπε πως η παιδίατρος βρίσκεται στο πλευρό της διατηρώντας επικοινωνία μαζί της, σχετικά με την παρακολούθηση της αναπτυξιακής ομιλίας του μικρότερου παιδιού της. Επιπλέον, συζητήθηκε το θέμα της απαραίτητης εγγραφής του παιδιού σε παιδικό σταθμό με τη έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Πρόκειται για μια ενέργεια που κατά την Σ. θα συμβάλλει τόσο στο επίπεδο της κοινωνικοποίησης όσο και στο επίπεδο του λόγου του παιδιού, πράγματα τα οποία μέχρι πρότινος είχαν παραγκωνιστεί λόγω έλλειψης σωστής ενημέρωσης και εξειδικευμένης υποστήριξης.

Παναγιώτης Μπουργαζάς
Κοινωνικός Επιστήμονας

Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων. Κάθε λεπτό που περνά, τρεις άνθρωποι από τη Συρία εγκαταλείπουν τις εστίες τους για να σωθούν, ανεβάζοντας τον αριθμό των Σύριων προσφύγων στα 2,5 εκατομμύρια από την έναρξη του πολέμου


Αυτή είναι η ιστορία του Χ, πρόσφυγα από τη Συρία, με τα δικά του λόγια: 
«Ξεφεύγοντας από την καταστροφή και το ατέλειωτο λουτρό αίματος που έχει εξαπλωθεί σε όλη την Σύρια  γίναμε χαμένοι, ένας χαμένος λαός που ψάχνει μια ευρωπαϊκή χώρα να τον δεχτεί σαν άνθρωπο. Το αραβικό έθνος υποδέχτηκε τον πρόβλημα μας με βάναυσο και σκληρό τρόπο, έναν τρόπο μη αποδεκτό από τους ανθρώπους.
Είμαι σύριος πρόσφυγας, από τα προάστια του Δαμασκού, από το Ζαμπαντάνι , ξεκίνησα ψάχνοντας μια ευρωπαϊκή χώρα να μπορέσω να συνεχίσω τα όνειρά μου.
Και εδώ ξεκινάει η ιστορία μου με τους «εμπόρους του αίματος»  στην Τουρκία, την Ελλάδα και την Σερβία.
Από τη Συρία πήγα στην Τουρκία, εκεί άρχισα να ψάχνω έμπορο να με οδηγήσει στην Ελλάδα. Βρήκα έναν που είχε την φήμη του «καλύτερου» εμπόρου. Υποσχόταν ασφαλή δρόμο, βάρκα σε καλή κατάσταση, επιβάτες όσους χωράει η βάρκα. Δώσαμε τα λεφτά σε ένα γραφείο στην  Σμύρνη και αρχίσαμε την ετοιμασία για το ταξίδι.
Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε, αισιόδοξοι, για το Μπόντρουμ και από εκεί μας μετέφεραν στο σημείο αναχώρησης. Μετά από αρκετές ώρες αναμονής βλέπουμε μια ομάδα ανθρώπων με τα πόδια να κουβαλούν μια βάρκα ψαρέματος που χωράει 2-3 άτομα. 20 άτομα ήμασταν σοκαρισμένοι ελπίζοντας ότι υπάρχει άλλη βάρκα.
Δεν μπορούσες να κουνήσεις τα πόδια σου επειδή ήσουν το κάθισμα ενός άλλου επιβάτη. Έτσι, ξεκίνησε η «βάρκα του θανάτου». Στη μέση της διαδρομής ανέβηκαν τα κύματα λόγω αέρα και η βάρκα μας έμεινε ακίνητη, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε και η μονή μας αγωνία ήταν να μην αναποδογυρίσει. Μετά από μισή ώρα μάχης με τα κύματα ξεμείναμε από βενζίνη, χάσαμε τον έλεγχο, τα κύματα μας έσπρωχναν δεξιά και αριστερά με το νερό να προσπαθεί να μπει μέσα. Μιαμισή ώρα φοβισμένοι και αγχωμένοι μέσα στο σκοτάδι, ήταν ένας αργός θάνατος. Τα κύματα ανέβαιναν, η βάρκα γέμιζε νερό, σε λίγο θα βυθιζόμασταν και θα γινόμασταν τροφή για τα ψάρια. Ένα φορτηγό πλοίο με μεγάλα φώτα ερχόταν προς το μέρος μας, ήμασταν λίγα λεπτά μακριά από το θάνατο,  αρχίσαμε να φωνάζουμε για να ακουστούμε, χρησιμοποιήσαμε το φλας από τις κάμερες και ευτυχώς  μας πρόσεξε κάποιος πάνω στο πλοίο, ενημέρωσε το καπετάνιο να αλλάξει πορεία και ξαφνικά το «πλοίο του θανάτου» έγινε το «πλοίο της ζωής». Mας είδαν και έδωσαν σήμα στο νησί της Κω. Μετά από μισή ώρα ήμασταν στο σκάφος της ακτοφυλακής που μας μετέφερε στο νησί.
Φτάσαμε στο νησί και εκεί μείναμε για τρεις μέρες στα κέντρα κράτησης, αφεθήκαμε ελεύθεροι και πήγαμε στην Αθήνα για να συνεχίσουμε το παράνομο δρόμο μας.
Πέρασα, 8 μήνες στην Ελλάδα, μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής μου και κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες.
Όπως ξέρετε υπάρχουν τρεις  τρόποι για παράνομη έξοδο από την Ελλάδα, αεροπορικώς, οδικώς και μέσω θαλάσσης.
Μετά από 10 μήνες στην Ελλάδα προσπαθούσαμε με ένα φίλο μου να ταξιδέψουμε αεροπορικώς για τη Γερμανία αλλά οι περισσότεροι διακινητές δεν δέχονταν αν μας βοηθήσουν. Για να ταξιδέψεις παράνομα αεροπορικώς πρέπει να ξέρεις πολύ καλά Ελληνικά και να μοιάζεις με ευρωπαίος ή να έχεις πολύ καλή τύχη.
Ψάχναμε για ένα μήνα αλλά δεν ήμασταν τυχεροί και δεν μας βοήθησε το γεγονός ότι ήταν το τέλος της τουριστικής περιόδου, και έτσι αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε οδικώς.
Έτσι, κάναμε την πρώτη απόπειρα προς την Σερβία, ξεκινήσαμε από την Αθήνα προς την Θεσσαλονίκη για να συναντήσουμε τον διακινητή, φτάνουμε Θεσσαλονίκη, χτυπάει το κινητό μου, και ένας μου λέει « θα μείνετε ένα βράδυ στην Θεσσαλονίκη και αύριο θα σας πω τι πρέπει να κάνετε». Το ίδιο σενάριο επαναλαμβανόταν επί τέσσερις μέρες και όλο αυτό μας κόστιζε πολλά λεφτά λόγω της ακριβής διαμονής στα ξενοδοχεία. Μην έχοντας άλλα λεφτά αναγκαστήκαμε να αφήσουμε το ξενοδοχείο και γίναμε άστεγοι στα πάρκα και στους δρόμους με την θερμοκρασία να φτάνει τους 3-5 βαθμούς το βράδυ. Κατά τη διάρκεια της διαμονής μου στη Θεσσαλονίκη, επισκέφτηκα αρκετές φορές το Κέντρο Αλληλεγγύης, κυρίως για να με βοηθήσουν να βρώ μέρος να μείνω.
Μετά από τέσσερις ημέρες στα πάρκα ξεκινήσαμε για το Πολύκαστρο και από εκεί πήγαμε Ευζώνους, και την ίδια μέρα ξεκινήσαμε για τη Μακεδονία με τα πόδια. Μόλις έδυσε ο ήλιος είμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.
Τεράστιος αριθμός ανθρώπων, οικογένειες, νέοι, γέροι, περίπου 200 άτομα συγκεντρωμένα ξεκινήσαμε με το ηλιοβασίλεμα περπατώντας για ώρες, μέχρι την ανατολή του Ήλιου. Είχαμε φτάσει σε ένα βουνό και παρόλη την βροχή, τον δύσκολο καιρό  και την κούραση ήμασταν πολύ χαρούμενοι. Η θερμοκρασία κατέβαινε όσο πλησίαζε το βράδυ. Ήταν δύσκολο βράδυ, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε λόγω του κρύου. Το πρωί ξεκινήσαμε ξανά περπατώντας για πέντε ώρες μέχρι που φτάσαμε σε ένα μικρό σπίτι με στάβλους και κοτέτσι και εκεί θα μέναμε μέχρι το επόμενο βήμα. Μας ζήτησαν το ένα τέταρτο  του ποσού, πληρώσαμε αναγκαστικά, μας είπαν να περιμένουμε τα αμάξια που θα έρθουν να μας πάρουν. Μετά από πέντε μέρες στην αναμονή με ελάχιστο φαγητό και νερό, χωρίς κανένα νέο από τους διακινητές αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Δρόμος  γεμάτος με κινδύνους. Στην προσπάθεια μας να φτάσουμε στην πόλη, μας σταματάει μια συμμορία και μας παίρνει τα πάντα (λεφτά, κινητά).
Έχοντας χάσει το υπηρεσιακό μου σημείωμα στο δρόμο, γυρίσαμε στην Ελλάδα άστεγοι στα πάρκα και εξαντλημένοι.
Ο καιρός χειροτέρευε, οι δρόμοι έκλεισαν μετά από τον θάνατο αρκετών προσφύγων και έτσι αρκετοί Σύριοι πρόσφυγες κατεβήκαμε στην Αθήνα για να διαμαρτυρηθούμε στο Σύνταγμα, ζητώντας ταξιδιωτικά έγραφα  για να ταξιδέψουμε νόμιμα σε άλλες χώρες τις Ευρώπης.
Μετά από αρκετές εβδομάδες, φτάσαμε σε συμφωνία με την ελληνική κυβέρνηση για νόμιμα ταξιδιωτικά έγραφα,  μετά από αίτηση ασύλου και σε μικρό χρονικό διάστημα.
Και εδώ αρχίζει το δίλημμα και η ερώτηση σε ποια ευρωπαϊκή χώρα θα μπορούμε να ζητήσουμε πάλι άσυλο. Κάποιοι από την διαμαρτυρία αποσύρθηκαν φοβισμένοι από το άσυλο. Εγώ ήμουν ένας από αυτούς που σιγουρεύτηκα ότι στην Γερμανία μπορώ να ξανά ζητήσω άσυλο, αλλά δυστυχώς τότε δεν μπόρεσα να γράψω το όνομα μου στην λίστα επειδή οι υπεύθυνοι τις διαμαρτυρίας εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση για να γράψουν τους φίλους και συγγενείς τους χωρίς αυτοί να είναι καν στην διαμαρτυρία.
Και για αυτό το λόγο μας έμεινε μόνο ένα τρόπος, να πάμε στην υπηρεσία ασύλου στην Κατέχακη για να ζητήσουμε άσυλο. Πηγαίναμε εκεί κάθε πρωί επί δυο μήνες αλλά ο υπάλληλος δεν μας διάλεγε. Έβγαινε ο υπάλληλος κάθε πρωί και φώναζε δέκα ονόματα από την λίστα και με τυχαία επιλογή διάλεγε άλλους δέκα εκτός λίστας και αυτό γινόταν κάθε πρωί επί δυο μήνες. Εγώ με τον φίλο μου φορούσαμε την ίδια ζακέτα με την ελπίδα να μας μάθει ο υπάλληλος και να μας διαλέξει, αλλά τίποτα.
Μην έχοντας άλλη υπομονή ούτε άλλη επιλογή  και με την άνοιξη να τελειώνει γυρίσαμε στην Θεσσαλονίκη και από εκεί με τα πόδια στη Μακεδονία, αλλά αυτήν την φορά με καλύτερες καιρικές συνθήκες.
Περπατήσαμε για πέντε μέρες και δόξα τω θεώ, φτάσαμε στο δεύτερο χωριό της Σερβίας. Από εκεί πήραμε το λεωφορείο και μετά περπατήσαμε πέντε ώρες, περάσαμε τα σύνορα τις Ουγγαρίας και φτάσαμε στην πόλη Szeged και από εκεί πήραμε ταξί μέχρι την πρωτεύουσα όπου ξεκουραστήκαμε για δυο ημέρες, και το τελευταίο βήμα ήταν με το τρένο μέχρι την Γερμανία.
Έτσι τελειώνει αυτό το δύσκολο ταξίδι, και εύχομαι σε άλλους Σύριους στην Ελλάδα να φτάσουν γρήγορα και εύκολα εκεί που επιθυμούν.
Ευχαριστώ»
Η μετάφραση από τα Αραβικά έγινε από τη Ρούλα Γανούμ, μεταφράστρια της PRAKSIS στο Κέντρο Αλληλεγγύης στη Θεσσαλονίκη       

Στο πλευρό της Μαρίας. Στο πλευρό της Ελλάδας. Στο πλευρό της Ευρώπης.


Η Μαρία είναι μητέρα ενός εννιάχρονου αγοριού, η οποία προσπαθεί να αναθρέψει όσο καλύτερα μπορεί το παιδί της, αφότου έμεινε άνεργη στα τέλη του 2012. Έχοντας έρθει σε επικοινωνία με τα γραφεία της PRAKSIS στην Αθήνα, μια κοινωνική λειτουργός την επισκέφτηκε στο σπίτι και εκτιμώντας την κατάσταση της, της ενέκρινε εξάμηνη οικονομική βοήθεια από τις αρχές του έτους 2015. Παράλληλα, ξεκίνησε να λαμβάνει συμβουλευτική βοήθεια, αναφορικά με την εύρεση εργασίας επίσης από την PRAKSIS.
Επιπροσθέτως, μια φίλη την ενημέρωσε για το Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας στο Παλαιό Φρουραρχείο, το οποίο και η Μαρία επισκέφτηκε για τις ιατρικές υπηρεσίες της PRAKSIS. Παρόλα αυτά, το κυριότερο μέλημα της Μαρίας είναι η υγεία του μικρού της γιού, ο οποίος αντιμετωπίζει τη Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή (ΔΑΔ). Η Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή συναντάται σε παιδιά με προβλήματα στην επικοινωνία, το παιχνίδι και την κοινωνικοποίηση, αποτελώντας μια εκ των πέντε Διάχυτων Αναπτυξιακών Διαταραχών ή των Διαταραχών του Αυτιστικού Φάσματος, όπως είναι ο Αυτισμός, το Σύνδρομο Asperger, το Σύνδρομο Rett και η Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή. Αναγνωρίζοντας εξ’ αρχής τις ανάγκες του παιδιού της, η Μαρία ξεκίνησε να του παρέχει βοήθεια λογοθεραπευτή λίγο πριν γίνει 2 χρονών. Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί, πως η ίδια μας δήλωσε ότι δεν έλαβε κάποιου είδους συγκεκριμένης βοήθειας από το ΙΚΑ.
Πέραν όμως από το ζήτημα της κρατικής μέριμνας και πρόνοιας, η Μαρία επισήμανε το φαινόμενο του κοινωνικού ρατσισμού στο σχολείο, τον οποίο έχει υποστεί ο γιός της εξαιτίας της κατάστασης του και του συνεπακόλουθου αποκλεισμού του από συμμαθητές του. Ως αποτέλεσμα αυτού, η Μαρία μίλησε με άτομα της ΜΚΟ ‘’Μαζί για το Παιδί’’ εδώ στο Κέντρο Αλληλεγγύης Αθήνας αναφορικά με ένα από τα προγράμματα της για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Η Μαρία ελπίζει πως ο γιος της θα λάβει την κατάλληλη βοήθεια, που θα του εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον. Τελειώνοντας, είπε πως θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη πληροφόρηση, σε συνδυασμό με την οργάνωση σεμιναρίων στους χώρους των σχολείων γύρω από τα ζητήματα του κοινωνικού ρατσισμού και του σχολικού εκφοβισμού.

Όταν είσαι στο δάσος είσαι στα χέρια της μαφίας


Την Τετάρτη 13/5/14, 93 πρόσφυγες, ανάμεσα τους 18 ανήλικα, εγκλωβίστηκαν για 12 περίπου ώρες σε εμπορικό τρένο στη Γευγελή (ΠΓΔΜ) το οποίο είχε αρχικό προορισμό την Σερβία.
Κατάφεραν να απεγκλωβιστούν μετά από κλήση στο 112 και αφού εντοπίστηκαν από τους υπαλλήλους του ΟΣΕ και την αστυνομία της Ειδομένης. Η Ελληνική Αστυνομία ακολούθησε την διαδικασία λήψης στοιχείων και καταθέσεων από τους πρόσφυγες και μετά αφέθηκαν ελεύθεροι να αναχωρήσουν για Θεσσαλονίκη. Όλοι είχαν στην κατοχή τους έγγραφο παραμονής εξαμήνου στην χώρα.

Τις μέρες που ακολούθησαν επισκέφτηκαν το κέντρο μας στη Θεσσαλονίκη 3 από τις οικογένειες και αρκετοί από τους ενήλικες ζητώντας πληροφορίες, ρούχα, ιατρική και νομική βοήθεια.

Ο Μοχάμεντ, Σύριος στην καταγωγή και «επιβάτης» του τρένου θέλησε να μας μιλήσει για την περιπέτεια τους και τόνισε την ανάγκη να δοθεί δημοσιότητα στο συμβάν με την ελπίδα να ενημερωθούν οι πρόσφυγες για τους κινδύνους που διατρέχουν.

Το ταξίδι του ξεκινάει πριν από 1,5 μήνα από τον Λίβανο όπου βρισκόταν τα τελευταία χρόνια με την οικογένεια του λόγω του πολέμου και έχει σαν τελικό προορισμό την Γερμανία όπου βρίσκεται ο πατέρας του.
Αρχικά διέσχισε την Τουρκία χωρίς κάποια ιδιαίτερη δυσκολία και χωρίς την «βοήθεια» κάποιου διακινητή. 1000$ κόστισε η μεταφορά του με  δουλεμπορικό  από την Σμύρνη στην Μυτιλήνη, μαζί του 25 άτομα, άντρες, γυναίκες, παιδιά.
Η ακτοφυλακή τους συνέλεξε από αποκομμένη παραλία της Μυτιλήνης και τους κράτησε για 3 μέρες στο κέντρο κράτησης του νησιού. Ήταν από τους τυχερούς που βρέθηκε στο καινούργιο κέντρο κράτησης το οποίο όπως μας είπε ήταν πολύ καθαρό και τους παρείχε διαμονή και σίτιση. Από ότι άκουσε από άλλους το δεύτερο κέντρο δεν ήταν καθόλου καθαρό και είχε πολύ περισσότερο κόσμο.
Τα άτομα υπό κράτηση στην πλειοψηφία τους ήταν Σύριοι και Αφγανοί. Δεν υπήρχαν μεταφραστές, τους δόθηκε στοιχειώδης ιατρική φροντίδα και δεν γίναν ιατρικές εξετάσεις.
Τρεις μέρες μετά αφέθηκαν ελεύθεροι με υπηρεσιακό σημείωμα 6 μηνών και έχοντας δώσει δαχτυλικά αποτυπώματα.

Ο επόμενος προορισμός τους ήταν η Αθήνα όπου ήρθε σε επαφή με διακινητή λαμβάνοντας οδηγίες για το πώς θα συνεχίσει το ταξίδι του προς την Γερμανία. Πρώτος σταθμός ήταν η Θεσσαλονίκη όπου ήρθε με τρένο και από εκεί στόχος του να συνεχίσει για τα σύνορα.
Βάση του υπηρεσιακού σημειώματος που του δόθηκε υπάρχει απαγόρευση παραμονής/διέλευσης στο νομό Κιλκίς με συνέπεια να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει κανένα νόμιμο τρόπο για να πάει μέχρι τα σύνορα. Μαζί με 4 ακόμα άτομα πλήρωσαν 600€ σε ένα ταξί για να τους πάει μέχρι το Πολύκαστρο (49χιλ από την Θες/νίκη). Το ταξί τους άφησε στα μέσα της διαδρομής και χρειάστηκε να περπατήσουν 5 ώρες μέχρι να φτάσουν στο Πολύκαστρο. Οι οδηγίες που είχαν πάρει ήταν ότι θα περάσουν τα σύνορα το βράδυ μαζί με τον διακινητή και από τη Γευγελή θα επιβιβαστούν σε εμπορικό τρένο για Σερβία. Το κόστος, 1600€ το άτομο.

  • Ποιες ήταν οι συνθήκες περιμένοντας να επιβιβαστείτε στο τρένο?

«Πριν ξεκινήσουμε για Γευγελή κοιμόμασταν στο δάσος. Η διαδρομή από την Ειδομένη ήταν 2 ώρες με τα πόδια. Συγκεντρωθήκαμε περίπου 800 άτομα από διάφορους διακινητές σε ένα εγκαταλελειμμένο χώρο στο δάσος περιμένοντας το τρένο. Κάποιοι από εμάς που αρνήθηκαν να μπουν όταν είδαν τις συνθήκες και την κατάσταση, ξυλοκοπήθηκαν και εκβιάστηκαν να επιβιβαστούν. Η αστυνομία των Σκοπίων παρακολουθούσε από απόσταση και δεν έκανε τίποτα. Στα 800 άτομα είχε και αρκετά παιδία….Χαίρομαι που δεν έχω μαζί μου τα παιδιά μου, ακόμα και στον πόλεμο είναι πιο ασφαλείς από ότι θα ήταν εδώ μαζί μου»

Τα 800 άτομα μοιράστηκαν σε βαγόνια του τρένου που είχαν μέσα μεγάλα ρολά χαρτί. Στην ουσία ήταν όρθιοι και στριμωγμένοι ανάμεσα στα προϊόντα. Σε κάθε βαγόνι υπήρχαν 2 άτομα από τον διακινητή, αφγανικής καταγωγής, που είχαν μεγάλα μαχαίρια και «φρόντιζαν» να υπάρχει ησυχία.

Περάσαν 4 ώρες όρθιοι και άρχισαν να δυσανασχετούν αλλά και να απειλούνται με μαχαίρια από τους ανθρώπους των διακινητών (παιδιά και ενήλικες). Κάλεσαν στο τηλέφωνο από τα κινητά τους τον διακινητή ο οποίος τους είπε ότι θα ξεκινήσουν σε λίγο. Όσο περίμεναν η αστυνομία της ΠΓΔΜ άνοιξε την πόρτα από το βαγόνι, τους είδε και την έκλεισε ξανά. Κάποια στιγμή ξεκίνησαν, κινήθηκαν για λίγα λεπτά και μετά άκουσαν έναν ήχο σαν να απασφάλισαν από το υπόλοιπο τρένο και ακινητοποιήθηκαν ξανά.

«Όταν ξεκινάς από την Συρία γνωρίζεις την διαδρομή, αυτό που δεν γνωρίζεις είναι ο κίνδυνος που διατρέχεις. Μας μιλάν μόνο για την σωματική καταπόνηση και την ταλαιπωρία, κανείς δεν μας λέει για την μαφία και την εγκληματικότητα. Όταν είσαι στο δάσος είσαι στα χέρια της μαφίας…»

  • Πώς ήταν η κατάσταση στο τραίνο?

«η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική, δεν είχαμε καμία εικόνα από το εξωτερικό περιβάλλον ούτε γνωρίζαμε που βρισκόμασταν και το χειρότερο ήταν ότι τα βαγόνια ανοίγανε μόνο εξωτερικά».

Βρισκόμενοι σε ένα ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι και με την απειλή των μαχαιριών από τους ανθρώπους των διακινητών, με ελάχιστη μπαταρία στα κινητά τους και με φόβο πια για την ζωή τους προσπάθησαν να σπάσουν το βαγόνι για να βγουν. Ο διακινητής δεν απαντούσε στις κλήσεις τους και η αστυνομία των Σκοπίων τους ενημέρωσε ότι δεν βρίσκονται σε έδαφος της ΠΓΔΜ για να επέμβουν. Τελικά, σχεδόν 12 ώρες μετά, κατάφεραν να πάρουν το 112 και να μιλήσουν με την ελληνική αστυνομία η οποία και τους εντόπισε σε ελληνικό έδαφος στην περιοχή της Ειδομένης και τους διέσωσε.

«Δεν ήξερα ότι υπάρχει άλλος τρόπος, αυτός της οικογενειακής συνένωσης, αν το ήξερα θα το προτιμούσα»

Γιατροί, τοπικές οργανώσεις και κάτοικοι τους φρόντισαν, τους πρόσφεραν ρούχα, φαγητό, νερό.  Αργότερα μεταφέρθηκαν στην αστυνομία και την επόμενη μέρα στην Θεσσαλονίκη με ΚΤΕΛ.

«…ξεκίνησα από μια χώρα που ο πόλεμος έχει ισοπεδώσει τα πάντα, η γυναίκα και τα 2 παιδία μου ζουν στην ύπαιθρο σε σκηνή και η μόνη τους ελπίδα είναι να καταφέρω να φτάσω στην Γερμανία, τα λεφτά μου έχουν τελειώσει και δεν ξέρω τι θα κάνω από εδώ και πέρα….φοβάμαι ότι θα πεθάνω στο δάσος μακριά από την χώρα μου και την οικογένεια μου..»

Η συνέντευξη δόθηκε στο Κέντρο Αλληλεγγύης της Θεσσαλονίκης στις 15/5/2015 στο προσωπικό του SN και με τη βοήθεια Αραβόφωνης μεταφράστριας της PRAKSIS.
Η συνέντευξη και ανάρτηση της έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του συνεντευξιαζόμενου και τηρήθηκαν οι κανόνες δεοντολογίας ως προς την προστασία των προσωπικών δεδομένων.  
ο Μοχάμεντ παραπέμφθηκε στο Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες όπου και ενημερώθηκε για τη διαδικασία της οικογενειακής συνένωσης.

Τη συνέντευξη επιμελήθηκε για το SN η Ιωάννα Φουρκιώτου.

Στο πλευρό του Βαγγέλη. Στο πλευρό της Ελλάδας. Στο πλευρό της Ευρώπης.


Ο Βαγγέλης είναι 51 ετών και τα τελευταία έξι χρόνια προσπαθεί να ανταποκριθεί οικονομικά, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και των συνακόλουθων της συνεπειών. Κατά τη διάρκεια της ύφεσης, ο Βαγγέλης έχασε τις δύο επιχειρήσεις του (εστιατόρια), παίρνοντας την απόφαση να μεταναστεύσει προς αναζήτηση εργασίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Σταθμοί του ταξιδιού του ήταν η Γερμανία, η Ολλανδία και η Αυστρία, μένοντας το μεγαλύτερο χρόνο στο Ντίσελντορφ της Γερμανίας. Εκεί απασχολήθηκε ως προσωπικό κουζίνας σε μερικά Ελληνικά εστιατόρια. Παρόλα αυτά, η διαφωνία με έναν από τους εργοδότες του, όσον αφορά την καταβολή του μηνιαίου εισοδήματος τον ανάγκασε να επιστρέψει πίσω.
Με τον ερχομό του στην Ελλάδα, ο Βαγγέλης φιλοξενήθηκε από ένα φίλο στο Δήμο Φυλής. Παράλληλα, στην προσπάθεια του να αποκτήσει την κάρτα ανεργίας του ΟΑΕΔ, ενημερώθηκε πως ένα εκκρεμές ζήτημα των λογιστικών βιβλίων της προηγούμενης επιχείρησης του δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Επομένως, ο Βαγγέλης επισκέφτηκε το Κέντρο Αλληλεγγύης στην Αθήνα, αναζητώντας βοήθεια από την λογίστρια που παρέχεται μέσω  της ΜΚΟ ΑΡΣΙΣ.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες, ο Βαγγέλης κατόρθωσε να εργαστεί περιστασιακά ως υδραυλικός, μαζεύοντας μερικά χρήματα που του επέτρεψαν να νοικιάσει ένα δωμάτιο κοντά στην περιοχή της Ομόνοιας. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως έλαβε σημαντική βοήθεια αναφορικά με το θέμα της διατροφής από τους μοναχούς της μονής του Αγίου Κυπριανού και το Δήμο Φυλής.
Ο Βαγγέλης συνεχίζει να ψάχνει για εργασία και  αυτή την περίοδο βρίσκεται σε επικοινωνία με ένα γραφείο ευρέσεως εργασίας. Όπως έχει ενημερωθεί, υπάρχει πιθανότητα εργασίας σε επιχείρηση στη  Βάρνα της Βουλγαρίας.

Παναγιώτης Μπουργαζάς
Κοινωνικός Επιστήμονας, Ασκούμενος