«Ο θεός δίνει ζωή και την παίρνει… Από τον θάνατο επανήλθα στη ζωή.» | H ιστορία της Λ.


Η Λ. περπατάει με δυσκολία. Ακουμπάει το χέρι της στον τοίχο για να μπορέσει να στηριχτεί και να συνεχίσει. Πριν λίγο καιρό δε μπορούσε καν να σταθεί στα πόδια της. Της δίνω το χέρι μου για να τη βοηθήσω. Η Λ. κατάγεται από το Πακιστάν και είναι 38 χρονών και τους τελευταίους μήνες φιλοξενείται στον ξενώνα που έχει δημιουργηθεί από το SolidarityNow στο κέντρο της Θεσσαλονίκης για ευάλωτες περιπτώσεις.

Η Λ. είχε τη δύναμη και το κουράγιο να ταξιδέψει μόνη της μέχρι την Ελλάδα. Τη ρωτάω για τη ζωή της στο Πακιστάν, αλλά δε θέλει να μιλήσει για το παρελθόν της. Έτσι η συζήτησή μας επικεντρώνεται στην πρόσφατη περιπέτεια που είχε με την υγεία της.

Η Λ. υπέφερε από ανεξήγητες και ξαφνικές κρίσεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν ήξερε τι της συνέβαινε, καθώς έχανε τις αισθήσεις της και την επαφή της με το περιβάλλον. «Πίστευα ότι με είχε κυριέψει κάποιο πνεύμα» μας εξηγεί. Από τον χώρο Φιλοξενίας Προσφύγων στη Νέα Καβάλα όπου διέμενε, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στον ξενώνα του SolidarityNow και μετά στο Νοσοκομείο Παπανικολάου, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση αφαίρεσης όγκου στο κεφάλι. Η εγχείρηση ήταν επιτυχής, ωστόσο έπρεπε άμεσα να νοσηλευτεί σε ένα κέντρο αποκατάστασης για να ανακτήσει τις κινητικές της δεξιότητες. Και εκεί είναι που αρχίζει ένας μεγάλος αγώνας. «Δε ξέραμε αν μπορούσαμε να προχωρήσουμε τη διαδικασία, και το σημαντικότερο δε ξέραμε ποιος θα πληρώσει για τη νοσηλεία της. Στην αρχή ήμουν αρκετά απαισιόδοξη», λέει η Μαρία Γεωργοπούλου, Κοινωνική Λειτουργός στο πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow στη Θεσσαλονίκη.

Παρά τις πολλές δυσκολίες και την πίεση χρόνου, αλλά με την επιμονή της Μαρίας, η Λ. εισήχθη με έξοδα του SolidarityNow για 15 μέρες στο κέντρο αποκατάστασης «Αρμονία». Εκεί, μέσω φυσικοθεραπειών ανέκτησε σταδιακά τις κινητικές λειτουργίες της. Ήταν πολλές οι διαδικασίες που έπρεπε να ακολουθηθούν για τη βελτίωση της υγείας της. Η Μαρία, πέρα από τις συνοδείες στο νοσοκομείο, είχε αναλάβει να κάνει και τις αντιπηκτικές ενέσεις της ασθενούς καθώς και άλλα, μιας και  η Λ. δε μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Η γυναίκα στην αρχή αισθανόταν σα χαμένη. Δεν είναι και εύκολο πράγμα για μια γυναίκα μόνη, η οποία δε μιλάει την ελληνική γλώσσα, να υποβάλλεται σε μια τόσο σοβαρή εγχείρηση. Όταν ήρθε στον ξενώνα του SolidarityNow η ψυχολογία της άρχισε να αλλάζει προς το καλύτερο. «Έχουν περάσει σχεδόν 3 μήνες, αλλά ακόμα χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια από μέρους μου και από μέρους της για να λυθούν τα βασικά ζητήματα. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που πρέπει να γίνουν, και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για εφησυχασμό», τονίζει η Μαρία.

Η Μαρία

Η Λ. είναι μια δυνατή και θαρραλέα γυναίκα. «Ο θεός δίνει ζωή και την παίρνει. Όλο αυτό ήταν μια δοκιμασία για εμένα. Από τον θάνατο επανήλθα στη ζωή. Αισθάνομαι ευγνώμων στο Θεό, αλλά και στο SolidarityNow και στη Μαρία!» μας λέει. Η πορεία της υγείας της είναι πολύ ενθαρρυντική. Τη ρωτάμε πώς φαντάζεται τη ζωή της στο άμεσο μέλλον. «Αυτή τη στιγμή φιλοξενούμαι στον ξενώνα μέχρι να γίνω καλά, αλλά είμαι πολύ αγχωμένη για το τί θα συμβεί μετά. Πού θα πάω, τι θα κάνω; Αυτό που θέλω, είναι να επανέλθω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην αρχική μου κατάσταση, να μάθω τη γλώσσα, να βρω μια δουλειά και να αρχίσω μια κανονική ζωή στην Ελλάδα» μας λέει. Τη ρωτάμε αν θέλει να φτιάξει ξανά τη ζωή της και μας απαντάει ότι «Το μοναδικό πράγμα που με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι να πατήσω ξανά στα πόδια μου».

[Το πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow, είναι μέρος του ESTIA, πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης υποστήριξης για την ένταξη και τη στέγαση, το οποίο υλοποιείται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO)].

Η Ζάκϊα, ο Αμπντουλάχ και ο Γιούνες


 Μια τριμελής οικογένεια μοιράζεται την ιστορία της μαζί μας – «θέλουμε να μιλήσουμε».

Η Ζάκϊα και ο Αμπντουλάχ είναι γονείς του 7άχρονου Γιούνες και ενός ακόμη ανήλικου αγοριού που βρίσκεται ήδη στη Σουηδία. Οι γονείς περιμένουν την απόφαση που θα οδηγήσει στην επανένωση με το μεγάλο τους γιο και ο μικρός Γιούνες περιμένει τη στιγμή που θα ξαναβρεί τον αγαπημένο του αδερφό.

Η Ζάκϊα και ο Αμπντουλάχ όμως είναι ιδιαίτερα διστακτικοί και φοβισμένοι. Έχουν περάσει πολλές δυσκολίες μέχρι να φθάσουν στην Ελλάδα και τελικά στη δομή φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών στην Ελευσίνα. Με καταγωγή από το Αφγανιστάν, ξεκίνησαν το προσφυγικό τους ταξίδι στο κυνήγι μια αξιοπρεπούς ζωής, από το Ιράν. Εκεί πέρασαν ακόμη δυσκολότερα από ό,τι στη χώρα τους.

«Ένιωθα σαν να μην έχουμε χώρο να ζήσουμε εκεί – αν είσαι πρόσφυγας είναι σαν να είσαι αόρατος. Δε σε αναγνωρίζει κανείς, σα να μη σε βλέπουν. Ούτε χαρτιά, ούτε σπίτι, ούτε ασφάλεια», μας εξομολογείται η Ζάκϊα, η οποία είναι μόλις 35 χρονών και οι ιστορίες από την ενήλικη ζωή της ηχούν σαν τις ιστορίες ενός ανθρώπου πολύ μεγαλύτερου. Η Ζάκϊα χαίρεται πια μόνο με τα βασικά, όπως λέει και η ίδια – χαίρεται που όλοι τους είναι καλά και κατάφεραν να σωθούν στο δρόμο από το Ιράν, στην Τουρκία και μετά στη Σάμο. Δεν έχει μεγάλες προσδοκίες για το μέλλον, θέλει μόνο από τρεις να γίνουν και πάλι τέσσερις.

Μέχρι τότε, περιμένει με αγωνία αλλά και καρτερικότητα. Μια Σουηδική παροιμία λέει «Μην πανηγυρίσεις πριν περάσεις το ρυάκι (Man ska inte ropa hej, förrän man är över bäcken)». Αυτό νιώθει και πράττει και η Ζάκϊα – περιμένει. Στην άλλη μεριά από το ρυάκι περιμένει το παιδί της. Ο Αμπντουλάχ είναι πιο αισιόδοξος, πιστεύει ότι όλα θα είναι καλύτερα για την οικογένειά του στη Σουηδία, «είμαι 100% σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά εκεί».

Η ζωή όμως στη δομή φιλοξενίας της Ελευσίνας συνεχίζεται και γεμίζει από τον 7άχρονο Γιούνες. Ο μικρός της οικογένειας συμμετέχει στις δραστηριότητες που υλοποιούν για τα παιδιά της δομής, οι άνθρωποι του SolidarityNow, στο πλαίσιο λειτουργίας της Μονάδας Blue Dots που βρίσκεται εκεί. Και μέσα από τον Γιούνες, δειλά-δειλά, ονειρεύεται και η Ζάκϊα, που χαμογελά στο τέλος της κουβέντας μας, και μιλά για τα όνειρά της: να μπορέσει ξανά να φτιάχνει χαλιά, αφού αυτή ήταν η δουλειά της, να δουλέψει ο άντρας της και πάλι, να μάθουν τα παιδιά οπωσδήποτε γράμματα – «να ζήσουμε αξιοπρεπώς και με ασφάλεια».

Ο μικρός Γιούνες είναι τυχερός που συμμετέχει στις δραστηριότητες της δομής, όπως η εκμάθηση αγγλικών, τα ομαδικά παιχνίδια. Μέσα από αυτές έχει υποστηριχθεί πολύ και είναι πιο κοινωνικός, σκέφτεται και πράττει ομαδικά, μοιράζεται. Όλα αυτά αποτελούν προετοιμασία για τον Γιούνες με στόχο να προσαρμοστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα στο περιβάλλον που τον περιμένει στη Σουηδία.

Δίπλα στον αδελφό του.


Η Ζάκϊα, ο Αμπντουλάχ και ο Γιούνες, είναι ωφελούμενοι του προγράμματος Blue Dots που υποστηρίζεται από τη UNICEF και χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Civil Protection & Humanitarian Aid Operations/ ECHO.

 [Σημ: «Η παρέμβαση της ομάδας Blue Dots στην Ελευσίνα ολοκληρώθηκε με το κλείσιμο της εκεί δομής φιλοξενίας τον Οκτώβριο 2017».] 

 

 

 

 

# followmylife | Ζόχρα, Ζάχρα, Ελιάς, Μπαγιάτ και Φατιμά


Σε δείπνο με τη Ζόχρα, τη Ζάχρα, τον Ελιάς, τον Μπαγιάτ και τη Φατιμά 

από την Τζούλια Τέρνερ, ασκούμενη στο SolidarityNow

Η Ζόχρα μού δείχνει το δωμάτιό της. «Αυτό είναι το κρεβάτι της Ζάχρας, αυτό είναι το δικό μου, και αυτό είναι το κρεβάτι του Ελιάς. Και εδώ βάζουμε τα παιχνίδια». Τρία παιδιά από το Αφγανιστάν μοιράζονται ένα δωμάτιο στο νέο τους σπίτι όπου ζουν μαζί με τους γονείς τους, τον Μπαγιάτ και τη Φατιμά.

Είναι ένα τυπικό παιδικό δωμάτιο: λαμπερό και γεμάτο χρώμα, με παιχνίδια σε κάθε κρεβάτι και εικόνες στους τοίχους. Αλλά αυτό το δωμάτιο δεν είναι καθόλου τυπικό για τη Ζόχρα και την οικογένειά της. Μόλις μετακόμισαν σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, μετά από ένα διάστημα μεγαλύτερο του έτους, που ζούσαν σε διάφορους προσφυγικούς καταυλισμούς στην Ελλάδα. Ο Μπαγιάτ και η Φατιμά αναγκάστηκαν να θυσιάσουν πολλά για να αποκτήσουν αυτό το σπίτι, πουλώντας όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα, ακόμη και τις βέρες τους. Ήταν λίγο μουντό όταν πρωτοήρθαν, αλλά ο Μπαγιάτ έβαψε τους τοίχους σε παστέλ χρώματα και σιγά σιγά άρχισαν να προσθέτουν έπιπλα σε κάθε δωμάτιο. Έχοντας συστηθεί με όλες τις κούκλες της Ζάχρα, πήγαμε στο σαλόνι για το δείπνο: κοτόπουλο, σαλάτες, αραβικές πίτες, σπιτικά πατατάκια, και ένα μεγάλο πιάτο ρύζι, όλα ακουμπισμένα πάνω σε ένα στρώμα στο πάτωμα.

Όσο τρώμε, συζητάμε τις μεγαλύτερες αλλαγές που προκάλεσε η μετακόμισή τους στο καινούργιο τους σπίτι. Πέρα από τις αυτονόητες ανέσεις που απέκτησαν, ο Μπαγιάτ εξηγεί πόσο σημαντικό είναι το να έχουν έναν ανεξάρτητο χώρο, γεγονός που τους γεννά το αίσθημα της ασφάλειας.. «Ήταν πολύ σημαντικό για εμένα να έχω ένα σπίτι. Τώρα δεν έχω άγχος όταν τα παιδιά είναι εδώ, ενώ όταν είμασταν στον καταυλισμό, και εγώ έλειπα, αγχωνόμουν πολύ για αυτά. Τώρα ξέρω ότι έχουμε έναν χώρο προσωπικό και ότι είμαστε ασφαλείς». Στο σπίτι επικρατεί πια ησυχία και έτσι μπορεί και κοιμάται η Ζούρα. Στην Ελευσίνα δεν ήταν εύκολο για τη μικρή Ζούρα να κοιμηθεί καλά επειδή πάντα την ενοχλούσαν τα μωρά που κλαίγανε τα βράδια – «εδώ δεν έχω κανένα θέμα με την ηρεμία και την ησυχία, παρά μόνο όταν η Ζάχρα και ο Ελίας ροχαλίζουν…!»

Για τη Φατιμά, ο ανεξάρτητος προσωπικός χώρος ενώνει την οικογένεια: «Στο σπίτι νιώθεις την αγάπη των άλλων μελών της οικογένειας, καθόμαστε όλοι μαζί», λέει η Φατιμά και χαμογελάει. «Όταν γυρνάω σπίτι, αισθάνομαι μεγάλη χαρά που βάζω το κλειδί στην πόρτα. Τώρα καταλαβαίνω πόσο σημαντικό είναι να έχεις ένα σπίτι. Όταν είχαμε το σπίτι μας στο Αφγανιστάν δεν καταλαβαίναμε την αξία του. Τώρα την καταλαβαίνουμε».

Το διαμέρισμά τους είναι στο κέντρο της Αθήνας και ο Μπαγιάτ και η Φατιμά έχουν ήδη φροντίσει τα παιδιά τους να γνωρίσουν την πόλη που ζουν. Όσο πίνουμε το τσάι μας, οι γονείς κοιτάζουν τις φωτογραφίες των παιδιών τους στα κινητά τους από διάφορα σημεία όπως η Ελευσίνα, η Ακρόπολη, η Εθνική Βιβλιοθήκη, και πολλά άλλα. Ο Μπαγιάτ αγαπάει πολύ τα τοπία της Ελλάδας. «Η Ελλάδα έχει πολλά μέρη που πρέπει να επισκεφτείς. Για να μάθεις περισσότερα για τη χώρα πρέπει να επισκεφθείς τους αρχαιολογικούς της χώρους». Οι βόλτες της οικογένειας στα μνημεία της Ελλάδας δεν είναι μόνο για να μάθουν περισσότερα για τη χώρα, αλλά και επειδή μέσα από αυτό νιώθουν να ενισχύεται το αίσθημα ότι ζουν σε μια ασφαλή πόλη. Όπως λέει ο Μπαγιάτ, «πάντα όταν βγαίνω από το σπίτι παίρνω και τα παιδιά μαζί μου. Δεν θέλω να νιώθουν περιορισμένα».

Παρόλο μου μετακόμισαν, ο Μπαγιάτ και η Φατιμά επιστρέφουν συχνά στη δομή φιλοξενίας προσφύγων στην Ελευσίνα, όπου και διέμεναν, για να αναζητήσουν συμβουλές και υποστήριξη από τις οργανώσεις που δραστηριοποιούνται εκεί. Επιπλέον, η Φατιμά βοηθάει στο σχολείο που πηγαίνουν τα παιδιά που ζουν στην Ελευσίνα. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο για εκείνη – στο Αφγανιστάν, δούλευε σε ένα νηπιαγωγείο, ενώ στην αντίστοιχη δομή φιλοξενίας στη Λάρισα, δημιούργησαν μαζί με τον άντρα της, ένα άτυπο νηπιαγωγείο. Έστησαν μια σκηνή, κάλεσαν εθελοντές και σταδιακά ξεκίνησαν να έρχονται παιδιά που παρακολουθούσαν  καθημερινά μαθήματα και συμμετείχαν στις διάφορες δραστηριότητες. Το ζευγάρι παρέδιδε μαθήματα τέχνης και δημιουργικό παιχνίδι ενώ η Φατιμά δίδασκε Αγγλικά και Φαρσί. «Ψάχναμε στο διαδίκτυο για να μάθουμε τα νούμερα στα ελληνικά. Όταν φτάσαμε στην Ελευσίνα, μέχρι και οι Έλληνες έμειναν έκπληκτοι όταν τα παιδιά ήξεραν να μετρούν από το 1 έως το 20!».

Ένας λόγος για τον οποίο ο Μπαγιάτ και η Φατιμά έφτιαξαν το νηπιαγωγείο ήταν για να δημιουργήσουν έναν ασφαλή χώρο για τα παιδιά τους. Ο χώρος φιλοξενίας στη Λάρισα δεν ήταν καλός- στημένος σε ένα βουνό, είχε πάντα ή αφόρητη ζέστη ή τσουχτερό κρύο. Οι πρόσφυγες έμεναν σε σκηνές, κινδυνεύοντας έτσι συνέχεια από τα φίδια και τους σκορπιούς. Ο Μπαγιάτ εξηγεί «ήμουν ο πρώτος που έμπαινε στο νηπιαγωγείο για να ελέγξω αν ήταν ασφαλές για τα παιδιά. Καμιά φορά έβρισκα δυο-τρεις σκορπιούς στη σκηνή». Δεν ήταν η ασφάλεια η μόνη προτεραιότητα για το Μπαγιάτ και τη Φατιμά, αλλά και η μόρφωση των παιδιών. «Ό,τι και να γινόταν, σε όποιο μέρος μέναμε, προσπαθούσαμε να μάθουμε κάτι στα παιδιά μας επειδή πιστεύουμε ότι η έλλειψη παιδείας είναι ένας από τους παράγοντες που μας έφεραν εδώ». Το ζευγάρι μού δείχνει φωτογραφίες του νηπιαγωγείου τους, φωτογραφίες από χαμογελαστά παιδιά να χαιρετούν στην κάμερα, οι οποίες μαρτυρούν την ενέργεια και δέσμευση του ζευγαριού στο στόχο τους, καθώς και τις σχέσεις που δημιούργησαν με τους άλλους ανθρώπους που ζούσαν μαζί, μερικοί από τους οποίους μεταφέρθηκαν μαζί τους στην Ελευσίνα. Η θέλησή τους να βοηθούν και να παραμένουν αισιόδοξοι ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, χαρακτηρίζει ολόκληρη την οικογένεια.

Καθώς γυρνάω σπίτι μετά από αυτό το νόστιμο γεύμα, ένα σχόλιο του Μπαγιάτ μού έρχεται στο μυαλό: «Είμαι πολύ χαρούμενος που αυτή τη χρονιά κατάφερα να βοηθήσω τα παιδιά που έχουν ξεχαστεί από όλον τον κόσμο». 

*Αυτή η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του Μπαγιάτ και της Φατιμά. Έχουν τρία μικρά παιδιά: τη Ζόχρα, τη Ζάχρα και τον Ελιάς.

 

#followmylife | Η ιστορία της Ζάχρα

Julia Turner

Ζάχρα, η Kαλλιτέχνης

 από την Τζούλια Τέρνερ, ασκούμενη στο SolidarityNow

Βλέπω μια γυναίκα ξαπλωμένη πάνω σε πολλά μαξιλάρια, με λουλούδια πλεγμένα στα μαλλιά της. Ο άνεμος την περιτριγυρίζει, ενώ απλώνεται στα μπλε βουνά που βρίσκονται πέρα από αυτήν. Η γυναίκα είναι η Λεϊλά, η ερωμένη του Μαντζούν – η ερωτική τους ιστορία αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα παραμύθια της μέσης Ανατολής. Αυτή η σκηνή απεικονίζεται στο χαλί της Ζάχρα, την κατασκευή του οποίου είχε σχεδόν ολοκληρώσει όταν η οικογένειά της αναγκάστηκε να φύγει από το Αφγανιστάν το 2016. Το παραμύθι, που εκτυλίσσεται τον 7ο αιώνα στην Αραβία, διηγείται την ιστορία της Λεϊλά και του Μαντζούν, δυο παιδικών φίλων που ερωτεύονται. Όταν ο πατέρας της Λεϊλά την πάντρεψε με κάποιον άλλο, ο Μαντζούν εξαφανίστηκε στο δάσος, όπου, έχοντας τρελαθεί από την αγάπη του για τη Λεϊλά, απάγγειλε ποιήματα μέχρι τη μέρα που πέθανε. Έχοντας μετακομίσει με τον άντρα της στη Βόρεια Αραβία, η Λεϊλά τελικά πεθαίνει με ραγισμένη την καρδιά της. Σε άλλες εκδοχές της ιστορίας, οι εραστές ξανασυναντιούνται στο δάσος, αλλά και πάλι πεθαίνουν, αυτή τη φορά μαζί.

Η Ζάχρα είναι μια ψηλή και κομψή γυναίκα, που διαμένει στο χώρο φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών στην Ελευσίνα με την οικογένειά της. Είναι σύζυγος και μητέρα και πριν έρθει στην Ελλάδα, ένα χρόνο πριν, και επαγγελματίας τεχνίτρια – η Ζάχρα ήταν 10 χρονών όταν η μητέρα της της έμαθε να πλέκει και να κεντάει. Αφού είχε μάθει τα βασικά από τη μητέρα της, συνέχισε να μαθαίνει περισσότερα για το κέντημα και το πλέξιμο από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Είχε μια επιχείρηση στο Αφγανιστάν και πουλούσε τα κεντήματα που δημιουργούσε, ως διακοσμητικά, ενώ παράλληλα δίδασκε την τέχνη της σε μαθητές. Πολλά από τα ρούχα των παιδιών της τα έχει σχεδιάσει και ράψει η ίδια! Η Ζάχρα είναι μια από τις πολλές γυναίκες που δουλεύουν στο χώρο της κλωστοϋφαντουργίας αφού το επάγγελμα κυριαρχεί στην περιοχή του Αφγανιστάν από όπου κατάγεται.

Η Ζάχρα βγάζει το κινητό της και μου δείχνει κάποια από τα κεντήματα που έχει κάνει. Είναι άσπρα και δαντελένια, με παστέλ χρωματισμούς και μερικά λουλουδένια σχήματα. Γεωμετρικά, πολύπλοκα και φίνα, τα κεντήματα συνδυάζουν αυστηρότητα και οικειότητα. Η Ζάχρα συνήθως δουλεύει με προμήθεια και μπορεί να προσαρμόσει τα κεντήματα στις επιθυμίες του πελάτη της. «Αν έρθει μια πελάτισσα με ένα βιβλίο, και μου ζητάει να της κάνω κάτι από εκεί, θα της το κάνω». Τις περισσότερες φορές της αναθέτουν τη δημιουργία κεντημάτων που παραδοσιακά στο Αφγανιστάν φέρνει η γυναίκα στο γάμο της και με τα οποία στη συνέχεια διακοσμεί το σπίτι του ζεύγους.

Όταν κεντάει για άλλους, δεν υπάρχει χώρος για τα συναισθήματα της Ζάχρα. Πάντα πρέπει να γίνει το κέντημα έτσι όπως θέλει ο πελάτης. Ωστόσο, «όταν κεντάω για τον εαυτό μου πάντα προκύπτουν τα δικά μου συναισθήματα». Αυτό φαίνεται ειδικά στο χαλί με την απεικόνιση της ιστορίας της Λεϊλά και του Μαντζούν, γιατί η ιστορία τους τη συγκινεί. «Αυτή η ιστορία με στεναχωρούσε, γι’ αυτό την απεικόνισα. Η εμπιστοσύνη και η αγάπη που είχαν μεταξύ τους…», προκάλεσε στη Ζάχρα την επιθυμία της δημιουργίας αυτού του χαλιού που διακοσμεί το σπίτι της. Στη Ζάχρα αρέσει πολύ να διηγείται ιστορίες μέσω  εικόνων. Το σχέδιο του χαλιού της ήταν βασισμένο σε έναν πίνακα που είχε δει. Της έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο ο ζωγράφος χρησιμοποίησε την τέχνη του για να πει κάτι και διηγείται, «κάτι πολύ σημαντικό είναι ότι ο Μαντζούν αναγκάστηκε να περάσει τόσα βουνά για να φτάσει στη Λεϊλά και ο ζωγράφος κατάφερε να το δείξει αυτό με ένα πολύ ενδιαφέρων τρόπο. Ήταν πολύ έξυπνος, επειδή έτσι, αν ξέρει κάποιος το παραμύθι και δει αυτή την εικόνα, το αναγνωρίζει αμέσως». Το ίδιο ένιωθε πολλές φορές η Ζάχρα όταν επισκεπτόταν εκκλησίες κοντά στην Ελευσίνα και τη Λάρισα. «Κάθε φορά που πήγαινα σε μια εκκλησία στη Λάρισα και έβλεπα έναν πίνακα, μπορούσα να καταλάβω τη σημασία του. Είναι κάτι που το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον».

Η Ζάχρα όμως δε φτιάχνει κεντήματα και χαλιά μόνο για να ολοκληρώσει ένα προϊόν, αλλά επειδή της αρέσει η διαδικασία. Χρειάζεται συγκέντρωση και κριτική σκέψη. Η Ζάχρα μού εξηγεί ότι το κέντημα είναι «σαν τα μαθηματικά. Επειδή γίνεται βελονιά-βελονιά, ένα λάθος μπορεί να χαλάσει όλο το εργόχειρο. Για την ακρίβεια, είναι σαν να πηγαίνεις ταξίδι σε κάθε βήμα της δημιουργίας του μέχρι να ολοκληρωθεί. Στην αρχή, το κέντημα δεν «μιλάει». Άλλα όταν τελειώνω, πάντα ανυπομονώ να δω τί θα γίνει, πώς θα μοιάζει και βιάζομαι να κάνω αυτά που χρειάζεται. Αυτός ο ενθουσιασμός είναι το κίνητρο όταν φτιάχνεις ένα χαλί, που χρειάζεται μέχρι και ένα χρόνο να φτιαχτεί. Καμιά φορά όταν το έφτιαχνα, κουραζόμουν και ξάπλωνα, και το κοιτούσα διερωτώμενη, ‘ωραία, πώς θα το τελειώσω αυτό;’ και μπορούσα να δω όλα τα χρώματα που θα έβαζα. Όταν αποφασίζεις πως θα βάλεις τα χρώματα, νιώθεις μια επείγουσα ανάγκη να το τελειώσεις». Για τη Ζάχρα, η διαδικασία και η συγκέντρωση την ηρεμούν. «Με κάνουν να χαίρομαι… είναι κάτι πολύ χαλαρωτικό για μένα».

Αυτή η τέχνη παραμένει ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής της Ζάχρα, από όταν έχει έρθει στην Ελλάδα. Η Ζάχρα κρατάει ένα καλάθι με εργαλεία για το πλέξιμο στο δωμάτιό της και μου πλέκει με άνεση ένα πράσινο κομμάτι. «Τον περασμένο χρόνο, από όταν έφτασα εδώ, με τις καταστάσεις που έζησα, νιώθω πως έχω χάσει τον εαυτό μου. Αλλά θα συνεχίσω να φτιάχνω χαλιά, επειδή μου αρέσει πολύ. Δεν φτιάχνω χειροποίητα χαλιά μόνο για να επιζήσω, αλλά και για τον εαυτό μου, για την ψυχική μου υγεία. Μου κάνει πολύ κάλο να δουλεύω σε αυτό».

*To πρόγραμμα BlueDot υποστηρίζεται από την UNICEF και χρηματοδοτείται από τo European Commission – Civil Protection & Humanitarian Aid Operations – ECHO

 [Σημ: «Η παρέμβαση της ομάδας Blue Dots στην Ελευσίνα ολοκληρώθηκε με το κλείσιμο της εκεί δομής φιλοξενίας τον Οκτώβριο 2017».] 

#livingtogether | Η ιστορία της Μάχα

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Δεν πίστευα ότι θα δουλέψω ποτέ στη ζωή μου!»

Η Μάχα είναι από τη Δαμασκό, είναι 30 χρονών ενώ τα μισά από τα χρόνια της είναι παντρεμένη! Η Μάχα και ο σύζυγός της έχουν πέντε πανέμορφα παιδιά, δύο κορίτσια και τρία αγόρια. Όλοι μαζί έφτασαν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Λέρο, τον Οκτώβριο του 2016, ενώ μερικούς μήνες μετά, τον Φεβρουάριο του 2017, τους υποδέχθηκε στη δομή φιλοξενίας της Τήλου η ομάδα του SolidarityNow.

«Η ζωή είναι ωραία εδώ. Μου αρέσει το νησί. Στην Τήλο δεν είναι όπως στις άλλες δομές φιλοξενίας. Πριν έρθω εδώ, φοβόμουν, γιατί ήξερα πώς είναι να είσαι σε νησί. Μόλις βγήκαμε από το πλοίο, τα μέλη  της οργάνωσης μάς υποδέχθηκαν με ένα «Καλώς ορίσατε!». Στη συνέχεια, άρχισα να ζω κανονικά, μια καθημερινότητα που είχα ξεχάσει. Πήγαμε να ψωνίσουμε, κουβεντιάσαμε με τις υπεύθυνες της οργάνωσης, ένοιωσα μια τρυφερότητα, λες κι οι άνθρωποι αυτοί να μας περιβάλλουν με μια ζεστασιά που υπερβαίνει τη δουλειά τους».

Η Μάχα διδάσκεται ελληνικά και αγγλικά, παρακολουθώντας τα μαθήματα που γίνονται στους χώρους της δομής φιλοξενίας, αν και τα ελληνικά τη δυσκολεύουν περισσότερο, όπως μας εξομολογείται.

Εδώ και λίγο καιρό η Μάχα εργάζεται σε ένα ξενοδοχείο του νησιού ως καμαριέρα και περιγράφει με ενθουσιασμό αυτή την εμπειρία που βιώνει: «Αυτή είναι η πρώτη μου δουλειά. Δεν πίστευα ότι θα δουλέψω ποτέ στη ζωή μου στο παρελθόν. Τώρα δουλεύω και αισθάνομαι ότι έχει αλλάξει η ζωή μου. Η δουλειά είναι καλή για τη γυναίκα και ιδιαίτερα για τις γυναίκες από τη Συρία. Τώρα πια δεν κοιμάμαι και τρώω μόνο, έχω έναν σκοπό, έχω κάτι, έχω δουλειά. Τώρα προσφέρω και εγώ πράγματα στην οικογένειά μου, όχι μόνο ο άνδρας μου. Δουλεύουμε και οι δυο μας για το μέλλον της οικογένειάς μας. Πριν ήμουν σα μια καθημερινή γυναίκα, δεν είχα κάτι διαφορετικό, τώρα έχω, γνωρίζω ανθρώπους από άλλες χώρες, βλέπω πώς είναι η ζωή. Μαθαίνω νέα πράγματα κάθε μέρα».

Στη συνέχεια, αναφέρεται και στη δυσκολία του συζύγου της να δεχθεί τη δουλειά της, «γιατί στη Συρία οι γυναίκες δε δουλεύουν». Τώρα, τα πράγματα έχουν αλλάξει, αφού η Μάχα καταφέρνει να συνδυάσει το ρόλο της ως μητέρα και ως εργαζόμενη με επιτυχία και ο σύζυγος όχι μόνο είναι ευχαριστημένος αλλά δηλώνει και περήφανος δίνοντάς της τα συγχαρητήριά του!

Η Μάχα μιλά με γλυκύτητα και ευγνωμοσύνη για τον εργοδότη της και τονίζει ότι νοιώθει ότι την αντιμετωπίζει σαν Ελληνίδα, «μου μιλά με τον ίδιο τρόπο». Σήμερα, η Μάχα και ο σύζυγός της έχουν αποφασίσει ότι επιθυμούν να παραμείνουν στην Τήλο γιατί «οι σχέσεις μας εδώ με τους ντόπιους είναι πολύ καλές και τώρα που δουλεύουμε νιώθουμε ότι μπορούμε να αρχίσουμε τη ζωή μας από την αρχή!»


Η Μάχα Μπαράκα είναι ωφελούμενη του προγράμματος Στέγασης & Φιλοξενίας του SolidarityNow που διαμένει στην πρότυπη δομή στο νησί της Τήλου

Το πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow, είναι μέρος του ESTIA, πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης υποστήριξης για την ένταξη και τη στέγαση, το οποίο υλοποιείται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO).

*Τα Προγράμματα Στέγασης και Φιλοξενίας υλοποιούνται με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και τη χρηματοδότηση της European Civil Protection & Humanitarian Aid Operations (ECHO).

——————–

Τήλος – Πιλοτικό Πρόγραμμα Κοινωνικής Συνύπαρξης

Το Κέντρο Φιλοξενίας προσφύγων που δημιουργήθηκε το 2015 από το SolidarityNow, σε συνεργασία με τον Δήμο της Τήλου, ξεχώρισε ως παράδειγμα ενός τοπικής εμβέλειας έργου, μέσω του οποίου η τοπική κοινωνία υποδέχθηκε τους πρόσφυγες υποστηρίζοντας την ομαλή ένταξη όσων θα παραμείνουν στο νησί. Η λειτουργία του Κέντρου αφορά στην παροχή στέγασης σε 50 ωφελούμενους, ενώ μέχρι σήμερα έχει φιλοξενήσει 100 άτομα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του. Δείτε το αφιέρωμα του BBC στο πρόγραμμα της Τήλου: https://www.bbc.com/news/av/world-europe-40586229/the-greek-island-where-syrian-refugees-are-welcome.

#livingtogether | H ιστορία του Μοχσάν

SolidarityNow

«Βλέπω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν»

 «Με λένε Μοχσάν και είμαι 42 χρονών. Στην Ελλάδα ήρθα το Δεκέμβρη του 2016 μαζί με τη σύζυγό μου τη Ζουχόρ και τα πέντε μας παιδιά. Στην Τήλο ζούμε από το Γενάρη. Στη Συρία ήμουν στρατιωτικός.

Στην αρχή ήταν δύσκολα, όπως λέει ο Μοχσάν, γιατί «δε γνωρίζαμε πώς είναι η ζωή στην Ελλάδα, αλλά σιγά-σιγά μαθαίνουμε. Η ομάδα του SolidarityNow και οι ντόπιοι μάς έχουν βοηθήσει πολύ».

Ήξεραν λίγα αγγλικά και τώρα πια έχουν μάθει περισσότερα ενώ παρακολουθούν μαθήματα ελληνικής γλώσσας. «Πριν δεν ξέραμε καθόλου ελληνικά, τώρα ξέρουμε λίγα. Πριν δε γνωρίζαμε κόσμο, τώρα τους χαιρετάμε όλους. Όλοι οι ντόπιοι μας σέβονται, είναι καλοί άνθρωποι. Ακόμα δεν έχουν αναπτυχθεί φιλικές σχέσεις μεταξύ μας, αλλά θέλω πολύ να αποκτήσω Έλληνες φίλους!».

Η γυναίκα του Μοχσάν, η Ζουχάρ, εδώ και μερικούς μήνες δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο. «Ως στρατιωτικός δεν μπορούσα να συναναστρέφομαι με όλο τον κόσμο. Μου ήταν δύσκολο να μιλάω με όλους. Όταν ήρθαμε εδώ άρχισα να ανοίγομαι και να αλλάζω. Έτσι λοιπόν είπαμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να δουλέψει η Ζουχόρ. Μπορεί να κουράζεται τώρα, αλλά δουλεύει για το μέλλον μας. Βγήκε από τη δομή και είδε τί συμβαίνει στον κόσμο και είναι ευχαριστημένη με αυτό», εξομολογείται ο Μοχσάν.

Και μας μιλά για τις αλλαγές στη ζωή τους που ήρθαν σταδιακά. «Εγώ μένω με τα παιδιά. Άλλαξαν λίγο οι ρόλοι μας, αλλά δεν έχω κανένα πρόβλημα. Όταν ήμασταν στη Συρία, λόγω δουλειάς έβλεπα τα παιδιά μου μόνο για δυο ώρες, και αν τα έβλεπα. Τώρα πια μου έχουν μεγαλύτερη αδυναμία από ότι στη μαμά τους. Δε ξέρω να μαγειρεύω και δε θέλω να μάθω. Όταν κάνεις κάτι πρέπει να το θέλεις από μέσα σου. Πριν βοηθούσα με τις δουλειές του σπιτιού, τώρα όμως τις κάνω όλες. Η γυναίκα μου εργάζεται από το πρωί μέχρι το μεσημέρι. Θα επιστρέψει πτώμα γι’ αυτό και θέλω να τη βοηθάω».

Σήμερα ο Μοχσάν είναι χαρούμενος που έχει περισσότερο χρόνο να διαθέσει στα παιδιά του. «Με το που ήρθαμε στην Τήλο βλέπω τα παιδιά μου. Βλέπω πώς μεγαλώνουν και τα μαθαίνω από την αρχή. Με τη γυναίκα μου όταν παντρευτήκαμε, πήρα μόνο μία μέρα ρεπό, την ημέρα του γάμου μας. Τόση μας έδιναν. Η ζωή μου περιστρεφόταν γύρω από τη δουλειά μου. Όλα αυτά αποτελούν παρελθόν. Το μόνο που θέλω πια είναι να πάνε τα παιδιά μου σχολείο και να είναι ευτυχισμένα. Θα ήθελα να μείνω στην Ελλάδα, μόνο αν υπάρχει η δυνατότητα για μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά μου».

Ο Μοσάν Μπαράκ είναι ωφελούμενος του προγράμματος Στέγασης & Φιλοξενίας του SolidarityNow που διαμένει στην πρότυπη δομή στο νησί της Τήλου.

** Το πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow, είναι μέρος του ESTIA, πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης υποστήριξης για την ένταξη και τη στέγαση, το οποίο υλοποιείται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO).

————————–

Τήλος – Πιλοτικό Πρόγραμμα Κοινωνικής Συνύπαρξης

Το Κέντρο Φιλοξενίας προσφύγων που δημιουργήθηκε το 2015 από το SolidarityNow, σε συνεργασία με τον Δήμο της Τήλου, ξεχώρισε ως παράδειγμα ενός τοπικής εμβέλειας έργου, μέσω του οποίου η τοπική κοινωνία υποδέχθηκε τους πρόσφυγες υποστηρίζοντας την ομαλή ένταξη όσων θα παραμείνουν στο νησί. Η λειτουργία του Κέντρου αφορά στην παροχή στέγασης σε 50 ωφελούμενους, ενώ μέχρι σήμερα έχει φιλοξενήσει 100 άτομα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του. Δείτε το αφιέρωμα του BBC στο πρόγραμμα της Τήλου: https://www.bbc.com/news/av/world-europe-40586229/the-greek-island-where-syrian-refugees-are-welcome.

#followmylife | Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΟΜΠΑ

Julia Turner

Η Τόμπα από τη Χεράτ του Αφγανιστάν, οι μελιτζάνες κι η μυρωδιά του φρούτου

 

από την Τζούλια Τέρνερ, ασκούμενη στο SolidarityNow

«Κόβω τη μελιτζάνα και τη βάζω στο λάδι, αλλά πρέπει να το κάνεις γρήγορα, αλλιώς θα καεί!». Η Τόμπα, μητέρα τεσσάρων παιδιών, μου μαγειρεύει ένα παραδοσιακό γεύμα από το Αφγανιστάν.

Ο μεγαλύτερός της γιος, ο Σουνχαήλ, μάς βοηθάει στην επικοινωνία, μεταφράζοντας. Καθώς κόβει τη μελιτζάνα η Τόμπα μού λέει περισσότερα για το φαγητό που μαγειρεύει, όπως το ότι είναι παραδοσιακό πιάτο στη Χεράτ, την πόλη όπου γεννήθηκε, στο δυτικό Αφγανιστάν. Έμαθε πώς να το μαγειρεύει από τη μητέρα της. «Προφανώς», προσθέτει ο Σουνχαήλ.

Ρωτάω την Τόμπα για τις διαφορές που έχει παρατηρήσει μεταξύ της ελληνικής και της αφγανικής κουζίνας. Ευτυχώς, δεν υπάρχει κανένα υλικό που δεν έχει καταφέρει να βρει. Ψάχνει στα μαγαζιά της Αθήνας με τις ώρες και βρίσκει ό,τι θέλει η οικογένειά της. Ωστόσο, έχει παρατηρήσει διαφορές στα υλικά τα ίδια. «Στη χώρα μου, οι μελιτζάνες ήταν πιο μεγάλες. Ήταν και τόσο γλυκές που μπορούσες να τις φας χωρίς να τις μαγειρέψεις». Το ίδιο και με το σκόρδο. «Στο Αφγανιστάν όταν βάζαμε το σκόρδο με τις μελιτζάνες, η μυρωδιά γέμιζε όλο το σπίτι. Μέχρι και οι γείτονες το μύριζαν! Εδώ, οι γεύσεις δεν είναι τόσο έντονες, ίσως καλύτερα». Η μεγαλύτερη διαφορά όμως του να μαγειρεύει εδώ είναι- προφανώς- οι εγκαταστάσεις στον καταυλισμό. Το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι πολύ δυνατό, και γι’ αυτό χρειάζεται περισσότερος χρόνος να μαγειρευτούν τα φαγητά. Υπάρχει και το θέμα του χώρου, διότι η οικογένεια κατοικεί σε ένα δωμάτιο που είναι περίπου δύο επί τρία μέτρα, ενώ ο κύριος χώρος του καταλαμβάνεται από τη διπλή κουκέτα στην οποία κοιμούνται.

Δυο φίλες μαγειρεύουν μαζί ανάμεσα στα χωρίσματα

Από όταν έφτασε στην Ελλάδα, η Τόμπα γνώρισε τη Φατιμά, που μένει με την οικογένειά της στο διπλανό πρόχειρο «δωμάτιο». Η Φατιμά έχει μάθει στην Τόμπα πώς να κάνει ένα Ιρανικό φαγητό με ρύζι, αλλά με ανεπίσημο τρόπο, δηλαδή, μαγειρεύοντας μαζί της. Μετά, κάθε μια μαγειρεύει στο δικό της δωμάτιο και φωνάζει η μια την άλλη πάνω από τα χωρίσματα. Ο Σουνχαήλ κάνει μια επίδειξη- «έτσι μαγειρεύει και λέει: ‘Τί να κάνω με αυτό;’, και η Φατιμά φωνάζει από την άλλη μεριά ‘έτσι θα το κάνεις!’» Ρωτάω αν η υπόλοιπη οικογένεια, ή τουλάχιστον ο άντρας της Τόμπα ξέρουν να μαγειρεύουν. «Μόνο αυγό», λέει η Τόμπα. Ρωτάω, «και ο Σουνχαήλ;». Ο Σουνχαήλ γελάει ντροπαλά, και μου εξηγεί ότι ακόμη και τα αυγά τού φαίνονται πολύ δύσκολα. «Απ’ όλη την οικογένεια, εγώ κάνω τα χειρότερα αυγά!», αλλά η Τόμπα έχει σκοπό να μάθει στα παιδιά της να μαγειρεύουν όταν μεγαλώσουν.

Μια μυρωδιά που «ταξιδεύει» μαζί της όπου κι αν πάει

Αφού έχουν μαλακώσει, η Τόμπα βγάζει τις μελιτζάνες από τη φωτιά και τις βάζει σε ένα μπολ. Μετά, οι ντομάτες και το σκόρδο μπαίνουν στο τηγάνι, χαμηλώνει λίγο τη φωτιά και τα αφήνει να ψηθούν για περίπου μία ώρα. Όσο το κάνει αυτό, τη ρωτάω να μου πει για τη Χαράτ. «Υπέροχη.» λέει, «100% υπέροχη.» «Ναι», προσθέτει κι ο Σουνχαήλ, «δεν έχει πολύ κόσμο ή κίνηση, και είναι πράσινη. Αν θέλεις να έχεις λίγο χώρο ή λίγο χρόνο για τον εαυτό σου, να είσαι μόνος, υπάρχουν άπειρα μέρη- παντού έχει ησυχία! Είναι απλά μια φανταστική πόλη, για διακοπές, για να ταξιδεύεις…». Όταν μου λέει για τον κόσμο όμως, η Τόμπα παραμένει διπλωματική. «Όπου πας, υπάρχουν από όλα τα είδη ανθρώπων. Άλλα με την κουλτούρα της Χεράτ, όλοι υποδέχονται όλους». Μαζί με το πράσινο, την αρχιτεκτονική και τον κόσμο, της Τόμπα τής λείπει πολύ η μυρωδιά του sanjit (σαντζίτ), ενός φρούτου του οποίου η ευωδιά βρίσκεται πάντα στους δρόμους της πόλης. Άλλα παρόλη την αγάπη της για τη Χεράτ, η Τόμπα δεν είναι κορίτσι της πόλης. «Είμαι κορίτσι του χωριού,» μου εξηγεί, έχοντας μεγαλώσει σε ένα χωριό αμέσως έξω από τη Χεράτ, όπου η οικογένειά της έμενε μέχρι να έρθει στην Ευρώπη.

Παρά το μικρό αριθμό των υλικών, το γεύμα καταλήγει να είναι πολυτελές: τηγανισμένες μελιτζάνες που λιώνουν στο στόμα με ντομάτα και κρεμμύδι, συνοδεύονται με το υποχρεωτικό βουνό ρυζιού, ενώ όλα αυτά συνδυάζονται με ένα ποτήρι Doogh, ένα ρόφημα με γιαούρτι το οποίο είναι εξαιρετικά δροσιστικό και κατάλληλο σε ένα τόσο ζεστό και γεμάτο δωμάτιο. Όσο τρώμε, απορώ πώς είναι για την Τόμπα το να συνεχίζει να τρώει παραδοσιακό φαγητό του Αφγανιστάν, στην Ελλάδα: «Αισθάνομαι πολύ καλά όταν το τρώω». Και το να το μαγειρεύει; «Νιώθω άνετα, οικεία -είναι από την πατρίδα μου».


*To πρόγραμμα BlueDot υποστηρίζεται από την UNICEF και χρηματοδοτείται από τo European Commission – Civil Protection & Humanitarian Aid Operations – ECHO

 [Σημ: «Η παρέμβαση της ομάδας Blue Dots στην Ελευσίνα ολοκληρώθηκε με το κλείσιμο της εκεί δομής φιλοξενίας τον Οκτώβριο 2017».] 

#LIVINGTOGETHER | Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΪΣΟΥΝ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Ο κόσμος είναι μαζί μας. Θέλω να μείνω εδώ στην Τήλο»


«Με λένε Μαϊσούν Αλντέρι, κατάγομαι από τη Συρία και είμαι 32 χρονών. Στη δομή φιλοξενίας του
SolidarityNow στην Τήλο, βρίσκομαι από τις αρχές Σεπτεμβρίου μαζί με τον άντρα μου και τα πέντε μας παιδιά. Τον Ιούνιο ξεκίνησα να δουλεύω στο εστιατόριο του Νίκου. Μου αρέσει τώρα που δουλεύω γιατί στην πατρίδα μου δε δούλευα. Ήμουν στο σπίτι με τα παιδιά. Είναι κουραστικό να δουλεύεις και παράλληλα να μεγαλώνεις τα παιδιά σου, αλλά τώρα θέλω να βγαίνω έξω από τη δομή, να γνωρίζω κόσμο, να μάθω να μιλάω ελληνικά, και να δω πώς είναι η ζωή εδώ στην Ελλάδα».

Ήδη η Μαϊσούν έχει κάνει φίλους στο μαγαζί και σιγά-σιγά μαθαίνει ελληνικά. «Ξέρω κάποιες λέξεις σχετικές με τη δουλειά μου, όπως ψυγείο, πατάτα, χωριάτικη, μουσακάς, νερό, γάλα, γιαούρτι, σαλάτα. Μια φορά την εβδομάδα μετά τη δουλειά πηγαίνω στο σχολείο της δομής και μαθαίνω ελληνικά».

Ο άνδρας της Μαϊσούν δε δουλεύει αλλά παρακολουθεί τα μαθήματα γλώσσας, παράλληλα προσέχει τα παιδιά και μαθαίνει να αποδέχεται τις αλλαγές. «Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο γι’ αυτόν. Στη Συρία οι γυναίκες δε δουλεύουν, κάθονται σπίτι και προσέχουν τα παιδιά. Τώρα όμως και αυτός αρχίζει σιγά-σιγά να αλλάζει».

Μιλάμε για τους κατοίκους του νησιού και πώς τους υποδέχθηκαν, πώς τους ενσωμάτωσαν στην κοινωνία τους. «Ο κόσμος είναι μαζί μας. Γενικά όλοι οι ντόπιοι είναι καλοί μαζί μου. Θέλω να μείνω εδώ στην Τήλο. Μακάρι να μπορέσω να αγοράσω ένα σπίτι και να μείνω εδώ για πάντα. Μακάρι τα παιδιά μου να πάνε σχολείο εδώ και να έχουμε όλοι μας μια κανονική ζωή. Εγώ δεν ήρθα εδώ μόνο γιατί είμαι πρόσφυγας, αλλά γιατί θέλω να είμαι σαν Ελληνίδα»!

 

Η Μαϊσούν Αλντέρι είναι ωφελούμενη του προγράμματος Στέγασης & Φιλοξενίας του SolidarityNow που διαμένει στην πρότυπη δομή στο νησί της Τήλου.

 ** Το πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow, είναι μέρος του ESTIA, πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης υποστήριξης για την ένταξη και τη στέγαση, το οποίο υλοποιείται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO).


Τήλος – Πιλοτικό Πρόγραμμα Κοινωνικής Συνύπαρξης

Το Κέντρο Φιλοξενίας προσφύγων που δημιουργήθηκε το 2015 από το SolidarityNow, σε συνεργασία με τον Δήμο της Τήλου, ξεχώρισε ως παράδειγμα ενός τοπικής εμβέλειας έργου, μέσω του οποίου η τοπική κοινωνία υποδέχθηκε τους πρόσφυγες υποστηρίζοντας την ομαλή ένταξη όσων θα παραμείνουν στο νησί. Η λειτουργία του Κέντρου αφορά στην παροχή στέγασης σε 50 ωφελούμενους, ενώ μέχρι σήμερα έχει φιλοξενήσει 100 άτομα κατά τη διάρκεια λειτουργίας του.

Δείτε το αφιέρωμα του BBC στο πρόγραμμα της Τήλου: https://www.bbc.com/news/av/world-europe-40586229/the-greek-island-where-syrian-refugees-are-welcome.

#FOLLOWMYLIFE | Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΚΑΜ

Julia Turner

Νάκαμ, ο καλλιτέχνης

 από την Τζούλια Τέρνερ και τη Βάλια Σαββίδου

Σήμερα, ο Νάκαμ έχει ντυθεί εξ’ ολοκλήρου στα μπλε, όπως και κάθε άλλη μέρα. Μπλε καπέλο, μπλε ζακέτα, μπλε μπλούζα, τζιν και σανδάλια. Όταν τον ρωτάω γιατί ντύνεται αποκλειστικά στα μπλε, η απάντηση είναι απλή- «μου αρέσει το μπλε.»

Ο Νάκαμ είναι Κούρδος ζωγράφος και συγγραφέας, που κάθεται τώρα μαζί μου κάτω από μια συκιά, πάνω στη ραγισμένη ταράτσα της δομής φιλοξενίας στην Ελευσίνα, όπου και διαμένει. Σπούδασε τέχνες στο Ιράκ, ενώ τώρα φοιτά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ένα γεγονός που τον χαροποιεί ιδιαίτερα. «Μου αρέσει εδώ επειδή μπορώ να ζωγραφίζω και να δημιουργώ ό,τι θέλω. Είμαι πολύ χαρούμενος που μπορώ να πηγαίνω στο Πανεπιστήμιο και να βλέπω τόσο εύκολα όλα αυτά τα μέρη που έχουνε τέχνη, όπως τα μουσεία και οι γκαλερί.»

Σε έναν από τους τοίχους στη δομή, ο Νάκαμ κρεμάει τις ζωγραφιές του, που χρησιμοποιώντας μολύβι και κάρβουνο, απεικονίζουν το πέρασμα στην Ευρώπη από την θάλασσα. «Αυτά επικεντρώνονται στους ανθρώπους- πώς ήρθανε εδώ και τα προβλήματα που αντιμετώπισαν στη θάλασσα.» Οι εικόνες δείχνουν μια βάρκα γεμάτη αφηρημένες φιγούρες που διασχίζει τη θάλασσα, ενώ η στεριά τους αγκαλιάζει. Παρά τα προφανή αισθήματα απελπισίας και αγωνίας, υπάρχουν και μικρά στοιχεία που δείχνουν την ελπίδα- ο ήλιος που λάμπει ψηλά, ένα δέντρο που έχει φυτρώσει στη βάρκα και άνθρωποι που τεντώνουν τα χέρια τους για να τα φτάσουνε. Ρωτώ τον Νάκαμ για τον τρόπο αυτό απεικόνισης. «Όταν αποφασίσουν οι άνθρωποι να κάνουν αυτό το ταξίδι, έχουνε πολλές ελπίδες. Είναι χαρούμενοι. Ελπίζουνε ότι η καλύτερη που ονειρεύονται θα γίνει πραγματικότητα. Αλλά αυτή η διαδρομή έχει πολλούς κίνδυνους. Καταλαβαίνουν τις δυσκολίες και τους κινδύνους που θα αντιμετωπίσουν. Μου αρέσει να χρησιμοποιώ και στοιχεία αυτής της ελπίδας μαζί με το φόβο όταν απεικονίζω αυτό το ταξίδι.»

Ο Νάκαμ χρησιμοποιεί σύμβολα για να εκφράσει αυτά τα έντονα συναισθήματα και τις δυνάμεις της μοίρας: το δέντρο, ένα ζάρι, ένα περιστέρι. «Υπάρχουν σύμβολα σε όλα μου τα έργα. Υπάρχουν σύμβολα της αγάπης, των ονειροπόλων, άλλα και μερικά για τα προβλήματα, τους ανθρώπους και την τύχη. Κάποιοι είναι τυχεροί, κάποιοι όχι.» Ο Νάκαμ όμως δεν περιορίζεται στη ζωγραφική, αλλά χρησιμοποιεί το συμβολισμό και στα γραπτά του. Μια από τις ιστορίες που μοιράστηκε μαζί μου, δίνει το λόγο σε μια κούκλα η οποία αφηγείται την ιστορία της που τη βρίσκει να που περνάει από χέρι σε χέρι μέχρι να ραγίσει και να σπάσει. Οι ομοιότητες της ιστορίας της κούκλας με την εμπειρία των προσφύγων δεν είναι τυχαίες. Ωστόσο, αν η δουλειά του Νάκαμ έχει μέλλον στην Ελλάδα, χρειάζεται ο ίδιος να μάθει να μιλάει ελληνικά. «Θα ήθελα να μάθω να μιλάω καλά ελληνικά διότι έχω πολλές ιστορίες να πω και έργα που έχω γράψει, τα οποία θα ήθελα να μεταφραστούν στα ελληνικά.»

Γενικότερα, η φιλοσοφία του Νάκαμ είναι να εκφράζεις αυτό που υπάρχει μέσα σου. Όταν τον ρωτώ ποιο είναι αυτό που του αρέσει να ζωγραφίζει περισσότερο αυτές τις μέρες, μου απαντά ότι «το θέμα της δουλειάς μου είναι αυτός ο χώρος μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου. Στην καρδιά μου έχω πολλά πράγματα που θα ήθελα να δημιουργήσω και ελπίζω να τα καταφέρω όλα.» Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει τα μαθήματα τέχνης που προσφέρει κάθε εβδομάδα στα παιδιά που μένουν στη δομή φιλοξενίας, με τη βοήθεια της ομάδας του SolidarityNow. «Νιώθω πως τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια. Θέλουν να δημιουργήσουν, να εκφραστούν μέσα από την τέχνη. Μου αρέσει να μαθαίνω στα παιδιά χρήσιμα και ευχάριστα πράγματα μέσα από τα μαθήματα, να τα ηρεμώ.» Επιπλέον, αυτό που θέλει ο Νάκαμ είναι να χρησιμοποιήσει στην τέχνη του τα συναισθήματα όλων των ανθρώπων που βρίσκονται γύρω του. «Γνωρίζω πολλούς που κρατούν μέσα τους πολλά – που έχουν ακόμη τραύματα από το ταξίδι, που δεν μπορούν να πουν την ιστορία τους κι έτσι αναγκάζονται να την κρατάνε μέσα τους. Γι’ αυτό να κάνω αυτές τις ζωγραφιές και να δείχνω όλο αυτό που υπάρχει στις καρδιές τους αυτών των ανθρώπων.»

Λίγο καιρό μετά τη συνάντησή του με την Τζούλια Τέρνερ, ο Νάκαμ συνομιλεί με ένα μέλος της ομάδας του SolidarityNow για το σήμερα…

Σήμερα ο Νάκαμ, δραστηριοποιείται έντονα καλλιτεχνικά! Θα λάβει μέρος με τα έργα του σε μια σειρά από εκθέσεις και εκδηλώσεις το προσεχές διάστημα. Παρά το γεγονός ότι τα έργα του είναι κυρίως ασπρόμαυρα, ο ίδιος δηλώνει «Έχω πολύχρωμα όνειρα. Τώρα νιώθω ότι έχω επιλογή – πολλές πόρτες να ανοίξω.»  

Το όνειρό του για τη ζωή είναι να ζει ελεύθερος, «χωρίς μάσκα», όπως μου λέει ερχόμενος λίγο πιο κοντά μου και χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. Αυτή την ελευθερία θέλει να την εκφράσει γραπτά, «η συγγραφή είναι το σπουδαιότερο για μένα. Αυτό θα κάνω. Και θα το κάνω γράφοντας στα αγγλικά και στα ελληνικά πια, όχι στη μητρική μου γλώσσα. Θέλω να προχωρήσω μπροστά, μη κρατώντας τίποτα από το πριν.»

Με την ευχή να ξαναβρεθούμε και να τα πούμε σύντομα και πριν αποχαιρετιστούμε, ο Νάκαμ παίρνει το στυλό μου και ζωγραφίζει στα γρήγορα μερικά ψαράκια – «Τώρα να ξέρεις, θα ζωγράφιζα έναν ασπρόμαυρο βυθό.»

#FOLLOWMYLIFE | Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΧΜΑΝΤ

Julia Turner

Γκολ Αχμαντ, «ο Παππούς»

 από την Τζούλια Τέρνερ, ασκούμενη στο SolidarityNow

 Αναφέρεται ως «ο Παππούς». Ο Γκολ Άχμαντ είναι ο μόνος ηλικιωμένος στη δομή φιλοξενίας προσφύγων και μεταναστών της Ελευσίνας, όπου και διαμένει με το γιο και τα τρία εγγόνια του. Συνήθως βρίσκεται καθισμένος σε ένα παγκάκι στην ταράτσα, έξω από το κύριο κτήριο, πάντα χαμογελαστός και έτοιμος να πει «καλημέρα» σε αυτούς που περνούν μπροστά του. Τον ρωτώ γιατί του αρέσει να κάθεται έξω και μου λέει ότι είναι «για το φρέσκο αέρα… για μένα είναι καλύτερα να κάθομαι σε ανοιχτό χώρο και να αναπνέω φρέσκο αέρα».

Ο Γκολ Άχμαντ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καμπούλ. Αυτό που θυμάται καλύτερα είναι το σχολείο -εκείνος και τα αδέλφια του ξυπνούσαν το πρωί, έπλεναν τα χέρια τους και μετά πήγαιναν στο σχολείο. Το απόγευμα, πίσω στο σπίτι – έτρωγαν, δούλευαν για μερικές ώρες, και μετά ύπνος. Τον ρωτάω τί έκανε όταν δεν ήτανε στο σχολείο. «Πάντα ήμουνα στο σχολείο! Οι γονείς μου δεν με άφηναν να μην πηγαίνω σχολείο!». Ο Γκολ Άχμαντ έμενε στο κέντρο ως ενήλικας. Είχε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι του με τοίχους από λάσπη. «Ήταν ένα πολύ ωραίο δωμάτιο. Κρέμασα φωτογραφίες από τις αποφοιτήσεις μου από το σχολείο, φωτογραφίες της γυναίκας μου και υπήρχαν και πολλά βιβλία που διάβαζα». Στη ζωή του, έχει δει την πόλη του να αλλάζει αρκετά. «Έχει αλλάξει πολύ από όταν ήμουν παιδί. Τώρα μπορείς να δεις όλα αυτά τα ψηλά κτίρια. Στην Καμπούλ τώρα υπάρχουν πολλά καινούργια αυτοκίνητα και τα πάντα έχουν αλλάξει. Και φυσικά υπάρχει ο πόλεμος, με τις βόμβες που καταστρέφουν τα πάντα».

Ο Γκολ Άχμαντ δούλεψε για 40 χρόνια σε δύο Υπουργεία στην Καμπούλ, το Υπουργείο των Κοινωνικών Λειτουργιών και το Υπουργείο Εργασίας. Ξεκίνησε ταπεινά, αλλά κατάφερε να εξελιχθεί και να γίνει Γενικός Διευθυντής. «Υπήρχαν διάφορα βήματα για να γίνεις διευθυντής. Ξεκίνησα από το πιο χαμηλό επίπεδο και τα κατάφερα. Όταν τελείωσα, δεν υπήρχε υψηλότερη θέση από τη δική μου». Του λέω ότι του άξιζε αφού έκανε όλα αυτά που έπρεπε και μου ευχήθηκε το ίδιο!

Παρά τη μάχη που δίνει με τον καρκίνο του προστάτη, αλλά και με ζητήματα που αντιμετωπίζει με τη μνήμη του, ο Γκολ Άχμαντ συνεχίζει να είναι πνευματώδης, κάτι που είναι προφανές όταν δεις τα λαμπερά του μάτια και την επιμονή του να τα καταφέρνει παρά τις δύσκολες συνθήκες. Η ενέργειά του δεν πέρασε απαρατήρητη από τους εργοδότες του στο Αφγανιστάν: «Δούλευα για σαράντα χρόνια, και μετά από αυτό μου είπαν ‘εντάξει, μπορείς τώρα να πάρεις σύνταξη’, αλλά ο Υπουργός είπε ‘όχι, τον χρειαζόμαστε!’ και μου ανανέωσαν το συμβόλαιο για άλλα δύο χρόνια, και στο τέλος, για άλλα δύο ακόμη».

Τα μάτια του Γκολ λάμπουν όταν η συζήτηση φτάνει στα εγγόνια του- τον Ραμίν, τον Ρουμπινέχ και τον Ανλιάχ. «Έχουν πολύ καλούς τρόπους και δουλεύουν πολύ σκληρά. Γι’ αυτό τους αγαπώ τόσο πολύ».

Λόγω της κατάστασης της υγείας του, αλλά και επειδή έχει χάσει τη γυναίκα του, ο Γκολ Άχμαντ εξαρτάται πολύ από το γιο και τα εγγόνια του: «Μου φέρνουν ό,τι χρειάζομαι, φαγητό, τα φάρμακά μου, μέχρι και το τσάι όποτε το επιθυμώ». Γελάει όταν του λέω ότι είναι πολύ τυχερός που έχει υπηρεσία παράδοσης για το τσάι του! Επιπλέον, ο Γκολ Άχμαντ ενθαρρύνει πολύ τα εγγόνια του στο θέμα της εργασίας. Τον ρωτάω τί νομίζει πως θα κάνουνε όταν μεγαλώσουν και μου λέει: «Εξαρτάται από το τί θέλουν να κάνουν, η επιλογή είναι δικιά τους. Αλλά έχουν πολύ ταλέντο. Ένας εγγονός μου σπουδάζει στην Αυστρία να γίνει μηχανικός». Ο Γκολ Άχμαντ είναι σίγουρος ότι ό,τι αποφασίσουνε να κάνουν, θα το κάνουν καλά -φαίνεται να έχει μεταδώσει το ισχυρό αίσθημα που έχει ο ίδιος σχετικά με την ηθική της εργασίας στα εγγόνια του.

Η κουβέντα με τον παππού της δομής φιλοξενίας σού προκαλεί σκέψεις σχετικά με τη δύναμη και την αξία της οικογένειας και τη σημασία της ύπαρξής της σε τέτοιες δύσκολες στιγμές. «Τώρα, είμαι εδώ μόνος μου, επειδή έχασα τη γυναίκα μου… Αν δεν ήταν εδώ και τα εγγόνια μου, δεν θα μπορούσα να επιζήσω. Αυτοί με προσέχουν».

*To πρόγραμμα BlueDot υποστηρίζεται από την UNICEF και χρηματοδοτείται από τo European Commission – Civil Protection & Humanitarian Aid Operations – ECHO