#ArtIsMyLife | Η Τερέσα

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Τραγουδάμε γκόσπελ του Κονγκό. Η Βίβλος λέει ότι όταν τραγουδάς προσεύχεσαι δυο φορές»

Η Τερέσα, 30 χρονών, κατάγεται από το Κονγκό. Έχει σπουδάσει νοσηλευτική, αλλά το όνειρό της ήταν να ασχοληθεί με τη μουσική και συγκεκριμένα με το τραγούδι. Στην εφηβεία της τραγουδούσε σε ένα μουσικό συγκρότημα. Όταν ανακοίνωσε στον πατέρα της ότι ήθελε να κάνει σπουδές πάνω στη μουσική, εκείνος προσπάθησε να την αποτρέψει λέγοντάς της, ότι δε θα μπορέσει να κάνει τίποτα επαγγελματικά στο μέλλον έχοντας στην κατοχή της ένα τέτοιο πτυχίο. «Η μουσική είναι το πάθος μου. Ακούγοντας όμως τα λόγια του πατέρα μου, απογοητεύτηκα και αποφάσισα να εγκαταλείψω ότι είχε σχέση με το αντικείμενο. Όταν πήρα το πτυχίο μου, δυσκολευόμουν να βρω δουλειά και έλεγα στον πατέρα μου ότι αυτός φταίει γι’ αυτό», μας λέει η Τερέσα.

Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι η Τερέσα να τραγουδήσει ξανά. Μέσα σε αυτά τα χρόνια μεσολάβησε μια αναγκαστική φυγή από την πατρίδα της και ένα μακρινό και δύσκολο ταξίδι με τελικό προορισμό την Ελλάδα. Πρώτη στάση η Λέσβος. Στη Βόλβη* μεταφέρθηκε το Σεπτέμβριο του 2017. «Στην αρχή ήμουν θλιμμένη. Πήγαινα στην εκκλησία, αλλά ήμουν ένας απλός παρατηρητής. Ήμουν αρκετά ντροπαλή, δεν ήθελα να συμμετέχω σε δραστηριότητες και δεν είχα τη διάθεση να συνδεθώ με ανθρώπους», μας λέει η Τερέσα. Το Δεκέμβριο του 2017 δυο Κονγκολέζοι, ο Ρίτσαρντ και ο Μόρια, δημιούργησαν το δικό τους γκρουπ στη Βόλβη, όπου τραγουδούσαν γκόσπελ τις Κυριακές στην εκκλησία. Τους έλειπε όμως κάτι πολύ βασικό, μια γυναικεία φωνή. Ο Ρίτσαρντ προσέγγισε την Τερέσα και την προσκάλεσε να συμμετέχει, εκείνη αρχικά αρνήθηκε, αλλά εκείνος επέμενε, ώσπου η Τερέσα πείστηκε και έγινε η πρώτη γυναίκα που μπήκε στο συγκρότημα. «Τραγουδάμε γκόσπελ του Κονγκό. Η Βίβλος λέει ότι όταν τραγουδάς προσεύχεσαι δυο φορές. Για αυτό θέλω να τραγουδάω και να προσεύχομαι» μας λέει η Τερέσα.

Τη ρωτάμε για το πώς είναι η σχέση της με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, το οποίο τώρα πια αποτελείται από τρεις γυναίκες και δύο άντρες. «Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον και όλοι είμαστε ίσοι. Δε μαλώνουμε ποτέ. Με τον Μόρια διαφωνούμε καμιά φορά αλλά περισσότερο πειράζουμε ο ένας τον άλλον επειδή είμαστε πολύ καλοί φίλοι. Μια λέξη που μας περιγράφει είναι η αλληλεγγύη», αναφέρει η Τερέσα.

Η Τερέσα έχει πάρει άσυλο στην Ελλάδα και θέλει να μείνει εδώ. Πρωταρχικός της στόχος είναι να βρει δουλειά για να μπορέσει να είναι ανεξάρτητη. Ήδη έχει στείλει πολλά βιογραφικά με τη βοήθεια της ΜΚΟ Caritas, ενώ αυτό το μήνα έχει κλείσει ραντεβού με έναν από τους Επαγγελματικούς Συμβούλους του SolidarityNow. «Θέλω πάρα πολύ να βρω μια δουλειά, γιατί μένοντας εδώ (στη Βόλβη) και μην κάνοντας τίποτα, μου δημιουργείται ένα άγχος. Δεν είναι καλό να κάθεσαι και να μην κάνεις τίποτα», σημειώνει. Η Τερέσα θα ήθελε πολύ να αξιοποιήσει το πτυχίο της και να εργαστεί ως νοσηλεύτρια, αλλά γνωρίζει ότι προς το παρόν, η έλλειψη γνώσης ελληνικών αποτελεί εμπόδιο. «Δεν μπορώ να εργαστώ στο αντικείμενό μου. Δε μιλάω ελληνικά, αλλά είμαι έτοιμη να κάνω τα πάντα, να δουλέψω ως οικιακή βοηθός, ως μπέιμπι-σίτερ, μπορώ να κάνω τα πάντα. Ξέρω ότι θα βρω κάτι», λέει με σιγουριά η Τερέσα.


*Η Τερέσα είναι ωφελούμενη του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#ArtIsMyLife | O Ρισάρντ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Η ζωγραφική είναι μέσα στο αίμα μου. Δε χρειάζεται να καταβάλω προσπάθεια,

μου βγαίνει τελείως φυσικά»

Ο Ρισάρντ είναι ψιλόλιγνος, φοράει ένα καρό μαντίλι στο λαιμό και ένα μπλου-τζιν, που το έχει ζωγραφίσει ο ίδιος. Είναι μόλις 24 χρονών, αλλά μιλάει με το ύφος και τη σοβαρότητα ενός μεγαλύτερου άνδρα. Ο αναγκαστικός ξενιτεμός, η μοναξιά ενός δύσκολου ταξιδιού που εμπεριέχει την αλλαγή ηπείρων και μοιάζει περισσότερο με κρυφοκυνηγητό μεγαλώνουν τον άνθρωπο απότομα, αν όχι, σίγουρα τον σκληραίνουν. Ο Ρισάρντ έχει μια έμφυτη ευγένεια. Έχει ακουμπήσει στωικά τα χέρια του πάνω στο τραπέζι και μιλάει στα γαλλικά για τη ζωγραφική, το τραγούδι και το Κονγκό, την ιδιαίτερη πατρίδα του.

Ο Ρισάρντ έφτασε στην Ελλάδα μέσω Τουρκίας. Πρώτος σταθμός, η Σάμος όπου έμεινε 3,5 μήνες. Στη Βόλβη μεταφέρθηκε το Μάιο του 2017. Τους τελευταίους όμως μήνες ζει στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Τον ρωτάμε για το Κονγκό και την κατάσταση εκεί. «Δε θέλω να μιλάω για το παρελθόν», μας λέει και αλλάζουμε αμέσως θέμα συζήτησης.

Ο Ρισάρντ έχει σπουδάσει κι έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με τη ζωγραφική. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις στη χώρα του, αλλά και στη Γαλλία, όπου εκεί ανάμεσα σε 53 συμμετέχοντες κέρδισε το 2o βραβείο. Μάλιστα, στην Κινσάσα είχε το δικό του ατελιέ. «Η ζωγραφική είναι μέσα στο αίμα μου. Δε χρειάζεται να καταβάλω προσπάθεια, μου βγαίνει τελείως φυσικά», μας τονίζει. Είναι ζωγράφος. Γνήσιος καλλιτέχνης με τη βούλα, το λέει και το DNA του. «Είμαι γιός ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ο πατέρας μου έχει κάνει πολλά πράγματα στο Κονγκό. Το όνομά του είναι Emmanuelle» μας λέει γεμάτος περηφάνια και συνεχίζει: «ο πατέρας μου ήταν ο μέντοράς μου και τον θαυμάζω πάρα πολύ».

Ο Ρισάρντ θυμάται τον εαυτό του σε ηλικία 3 χρονών, να παρατηρεί τον πατέρα του να ζωγραφίζει έναν από τους τοίχους του σπιτιού τους. Όπως μας εξιστορεί έπαιρνε τα πινέλα του και προσπαθούσε να κάνει το ίδιο. Στα 7 του χρόνια συνέχισε την προσπάθεια, αλλά ανεπιτυχώς καθώς αντί να βοηθήσει τον πατέρα του, κατέστρεφε τα έργα του, με αποτέλεσμα εκείνος να τον διώχνει. Ο Ρισάρντ το μόνο που ήθελε ήταν να ζωγραφίζει μαζί του. Στα 15 του, μια μέρα που έλειπε ο πατέρας του, πήρε την απόφαση να αναπαράγει ένα δικό του πίνακα, ο οποίος απεικόνιζε το κεφάλι ενός λιονταριού. Όταν ολοκλήρωσε τον πίνακά του, τον τοποθέτησε στη θέση του αυθεντικού. Γυρίζοντας ο πατέρας του στο σπίτι, δεν κατάλαβε τη διαφορά και όταν ο Ρισάρντ του αποκάλυψε την αλήθεια, ο Εμανουέλ αποφάσισε να τον βοηθήσει και να του δείξει τα μυστικά της τέχνης του. «Ο πατέρας μου είναι πολύ περήφανος για εμένα», μας επισημαίνει. Ο ίδιος είναι πλέον ένας εικαστικός καλλιτέχνης. Όταν ζωγραφίζει εμπνέεται από την κοινωνία, από το πώς ζουν οι άνθρωποι, τις δυσκολίες που περνάνε, αλλά και από την ίδια του τη ζωή.

Το ταλέντο όμως του Ρισάρντ δε σταματάει στη ζωγραφική. Λόγω των σπουδών του έχει ασχοληθεί και με την υποκριτική. Όταν ζούσε στην Κινσάσα είχε παίξει ως ηθοποιός σε θεατρικά έργα. Πέρα από αυτά, γράφει κινηματογραφικά και θεατρικά σενάρια, αλλά και τραγουδάει. Μάλιστα, εμπνεύστηκε και δημιούργησε μαζί με το συμπατριώτη του το Μόρια, την πρώτη μουσική μπάντα γκόσπελ στο χώρο φιλοξενίας της Βόλβης. «Δε δημιούργησα εγώ την μπάντα, όλοι μαζί τη δημιουργήσαμε», επισημαίνει. Η ιδέα για την μπάντα γεννήθηκε, ύστερα από μια πρόσκληση που έλαβε ο Ρισάρντ για να παρακολουθήσει αλλά και να συμμετέχει σε μια μουσική παιδική παράσταση που είχε οργανώσει ο ΙΑΤΑΠ στη Βόλβη. «Στην αρχή δεν ήταν εύκολα τα πράγματα. Ο καθένας από εμάς έπρεπε να παλέψει με τις δικές του δυσκολίες και ανησυχίες, αλλά το πάθος μας για τη μουσική μάς οδήγησε στο να δημιουργήσουμε το γκρουπ. Αρχικά τραγουδάγαμε για το Θεό στην εκκλησία. Είπα στα παιδιά, ότι αν θέλουν να αρπάξουν την ευκαιρία και να δείξουν το ταλέντο τους, πρέπει να δουλέψουν πιο πολύ. Είδαμε ότι κάναμε πρόοδο με τον Αντώνη, -ο οποίος είναι στα πλήκτρα, και από τότε όλοι μαζί τραγουδάμε γκόσπελ», μας εξηγεί. Πώς είναι άραγε η αίσθηση να έχεις το δικό σου γκρουπ και να τραγουδάς; «Είναι υπέροχα. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Είναι πολύ ωραία, πολύ ωραία», μας απαντάει. Μάλιστα έχουν ήδη γράψει και το πρώτο τους τραγούδι, και περιμένουν να τους δοθεί η ευκαιρία να το ηχογραφήσουν. Το τραγούδι τους μιλάει για την αποφασιστικότητα. «Όταν είσαι σε μια δύσκολη φάση ζωής, πρέπει να έχεις ελπίδα και πίστη ότι όλα θα πάνε καλά» τονίζει.

Όταν έφτασε στη Βόλβη ο Ρισάρντ, η προσαρμογή του στην αρχή ήταν πολύ δύσκολη. Παρά την περίπλοκη πολιτική κατάσταση στον Κονγκό, εκείνος άφησε πίσω του μια καλή ζωή στην Κινσάσα. Στη Βόλβη έμεινε σχεδόν ένα χρόνο. Αποφάσισε να μετακομίσει στη Θεσσαλονίκη καθώς οι ευκαιρίες είναι πολύ περισσότερες. Στόχος του είναι να συνεχίσει τα μαθήματα ελληνικών που είχε ξεκινήσει παλιότερα.

Τον ρωτάμε αν φαντάζεται τη ζωή του στην Ελλάδα, μας απαντάει «ναι, γιατί όχι; Θέλω να συνεχίσω να ασχολούμαι με τη ζωγραφική, αλλά θα ήθελα να γυρίσω ταινίες εδώ στην Ελλάδα».


*Ο Ρισάρντ είναι ωφελούμενος του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

 

#ArtIsMyLife | Σάμι

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Είμαι καλλιτέχνης και θα πεθάνω ως καλλιτέχνης»

«Έχω πίσω τη ζωή μου», λέει ο 33χρονος Σάμι που άφησε το Κονγκό για να έρθει στη χώρα μας. Στην Ελλάδα βρίσκεται από το Δεκέμβριο του 2016. Το μακρύ ταξίδι του ξεκίνησε στη Μόρια, στη Λέσβο και ολοκληρώθηκε στη Θεσσαλονίκη. Καθόμαστε στο μικρό σαλόνι, στο Κέντρο Υποστήριξης Προσφύγων του SolidarityNow στη Θεσσαλονίκη. Ο Σάμι βγάζει από το σακίδιό του ένα ντοσιέ στο οποίο έχει φυλαγμένα τα σχέδιά του. Έχει ζωγραφίσει μια γυναίκα από την Αφρική, η οποία φοράει την παραδοσιακή της φορεσιά και μία μάσκα. Μας εξηγεί ότι έκανε αυτά τα σχέδια στην Ελλάδα και πηγή έμπνευσής του ήταν η ιδιαίτερή του πατρίδα, το Κονγκό. «Η Ελληνίδα δασκάλα μου, στη Μόρια, μου έδωσε μαρκαδόρους και σκέφτηκα να κάνω αυτά τα σχέδια», σημειώνει ο Σάμι.

Ο Σάμι σπουδάζει Καλές Τέχνες από τότε που ήταν παιδί. Ξεκίνησε από το νηπιαγωγείο. Στα 12 του παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής και γλυπτικής και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο σπούδασε διακόσμηση εσωτερικών χώρων. Όταν αποφοίτησε δημιούργησε τη δική του μικρή εταιρία. Μας δείχνει φωτογραφίες από τη δουλειά του. «Μου λείπει πολύ η δουλειά μου. Η δουλειά μου ήταν όλη μου η ζωή. Αυτό είναι το σπίτι μου. Εγώ σχεδίασα τον εσωτερικό χώρο. Έχασα όλες μου τις φωτογραφίες και τη δουλειά μου», μας λέει.

Ο Σάμι είναι παντρεμένος με μια πολύ όμορφη γυναίκα και έχει και δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μας δείχνει φωτογραφίες τους. Μοιάζουν πολύ ευτυχισμένοι μαζί. Αλλά αυτές οι εικόνες ανήκουν στο παρελθόν. Τα τελευταία δύο χρόνια ο Σάμι ζει μακριά από την οικογένειά του. «Έχασα τα πάντα. Έχασα την οικογένειά μου. Όταν ήρθα στη Βόλβη, προσπάθησα να αντιμετωπίσω τη νέα πραγματικότητα. Δεν μπορούσα να αλλάξω την υπάρχουσα κατάσταση. Έτσι την αποδέχτηκα», σημειώνει.

Ο χώρος φιλοξενίας της Βόλβης βρίσκεται 50 χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Η διαβίωση σε μια απομακρυσμένη περιοχή, μπορεί να προκαλέσει αισθήματα απομόνωσης. «Η ζωή στη Βόλβη ήταν δύσκολη. Ήμουν πολύ αγχωμένος. Ήθελα να δουλέψω αλλά δεν μπορούσα να το κάνω» επισημαίνει. Κάποιοι άνθρωποι ανακάλυψαν το ταλέντο του στη ζωγραφική και τον ενθάρρυναν να δημιουργήσει μερικά έργα τέχνης. Εκείνοι επέμειναν πολύ κι έτσι ο Σάμι, προκειμένου να τον αφήσουν ήσυχο, ζωγράφισε τρία έργα. Όλοι ενθουσιάστηκαν με το ταλέντο του. Η θετική αποδοχή των έργων του, του έδωσε το κίνητρο και το κουράγιο να συνεχίσει να παράγει περισσότερη τέχνη. «Όταν δεν αισθάνομαι καλά, η τέχνη με βοηθάει», σημειώνει. «Πώς νιώθεις όταν ζωγραφίζεις;», τον ρωτάμε. «Όταν ζωγραφίζω νιώθω έμπνευση. Εξαφανίζομαι. Δεν είμαι πλέον εδώ. Το μυαλό μου είναι στον πίνακα. Βιώνω την όλη διαδικασία ως εξωτερικός παρατηρητής. Όταν ζωγραφίζω δεν είμαι παρών. Όταν ολοκληρώνω το έργο μου, επιστρέφω και βλέπω το αποτέλεσμα. Μετά από δύο ή τρεις μέρες βλέπω τους πίνακές μου και αναρωτιέμαι εάν τους ζωγράφισα εγώ ή κάποιος άλλος», λέει.

Τους τελευταίους μήνες ο Σάμι μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη. Η ζωή του άλλαξε πολύ. Στο μεταξύ πήρε άσυλο στην Ελλάδα και έτσι αποφάσισε να παρακολουθήσει μαθήματα ελληνικών και αγγλικών για να μπορέσει να επικοινωνεί καλύτερα με την τοπική κοινότητα. «Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω πώς λειτουργεί η ελληνική κοινωνία. Πρέπει να κάνω μια προσπάθεια να ενσωματωθώ», σημειώνει. Ο Σάμι δεν ήξερε πολλά πράγματα για την Ελλάδα. Ξεκίνησε να την ανακαλύπτει όταν ήρθε εδώ. Τώρα ο στόχος του είναι να μοιραστεί με τους Έλληνες κάτι από τον εαυτό του. «Έφτασα εδώ και έμαθα πολλά για τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική ιστορία. Θέλω να δείξω στους Έλληνες ότι και εμείς έχουμε πολιτισμό και ιστορία και θέλω να το κάνω αυτό μέσω της τέχνης μου. Θέλω να δώσω κάτι πίσω στην Ελλάδα», μας λέει.

«Είμαι καλλιτέχνης και θα πεθάνω ως καλλιτέχνης», τονίζει ο Σάμι.

Τον ρωτάμε πώς φαντάζεται τη ζωή του στην Ελλάδα. «Βλέπω τον εαυτό μου, ως έναν καλό άνθρωπο. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα εκτιμήσουν την τέχνη μου, γιατί θέλω να τους δώσω κάτι. Γνωρίζω ότι μπορώ να κάνω πράγματα, μεγάλα πράγματα. Παρόλα αυτά χρειάζομαι ευκαιρίες για να εκφράσω τον εαυτό μου», μας απαντάει.

Αυτή την περίοδο ο Σάμι ψάχνει για δουλειά. Χρειάζεται χρήματα για να μπορέσει να βοηθήσει την οικογένειά του να έρθουν στην Ελλάδα. Ανησυχεί πολύ για αυτούς. «Από τότε που δεν είμαι σπίτι, στο Κονγκό, η ζωή είναι δύσκολη για αυτούς. Είμαι υπεύθυνος για τις ζωές τους και δε θέλω να πονάνε. Δε θα συγχωρήσω ποτέ τον εαυτό μου, αν μάθω ότι υποφέρουν εξαιτίας μου. Γι’ αυτό κάνω ό,τι κάνω εδώ τώρα. Εύχομαι να έρθουν να ζήσουν εδώ μαζί μου».


*Ο Σάμι είναι ωφελούμενος του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

 

#artismylife | MOMO

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Εδώ όταν θέλεις να πετύχεις, κι όταν έχεις πολλά ιδέες, οι άνθρωποι σε υποστηρίζουν και σε ενθαρρύνουν. Αντίθετα, στο Κονγκό οι άνθρωποι σε κρατάνε πίσω»

Ο Μόμο είναι 26 χρονών, κατάγεται από το Κονγκό, και είναι πολυτάλαντος. Έχει σπουδάσει Επικοινωνία, είχε δικό του ραπ συγκρότημα, έχει δουλέψει ως γραφίστας, γυρίζει τα δικά του βίντεο, ζωγραφίζει και έχει σχεδιάσει τη δική του σειρά ρούχων. «Ποιος είσαι τελικά;», τον ρωτάμε αυθόρμητα. «Είμαι όλα αυτά», μας απαντάει χαμογελώντας.

Τον Μόμο τον συναντήσαμε στο Κέντρο Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης του SolidarityNow. Άνετος, κάθισε στον καναπέ μαζί μας και χωρίς δισταγμό και αμηχανία μας μίλησε για τα όνειρά του, τους στόχους του, για το παρελθόν του και την ιδιαίτερή του πατρίδα, αλλά και την Ελλάδα. Στη χώρα μας βρίσκεται από τον Απρίλιο του 2017. «Από το Κονγκό έφυγα για πολιτικούς λόγους», μας λέει. Συγκεκριμένα, εργαζόταν ως γραφίστας σε μια διαφημιστική εταιρία, η οποία συνεργαζόταν με την κυβέρνηση. Ο Μόμο είχε αναλάβει να δημιουργήσει μια πολιτική καμπάνια, η οποία θα προωθούσε τη θετική εικόνα της κυβέρνησης. «Έπρεπε να υποκριθώ και να πω ότι τα πάντα είναι εντάξει και τέλεια, και ότι η κυβέρνηση κάνει καλή δουλειά, αλλά την ίδια στιγμή πολλοί άνθρωποι υπέφεραν. Έτσι λοιπόν αποφάσισα να σταματήσω και να φύγω από τη συγκεκριμένη εταιεία», μας εξομολογείται.

Ο Μόμο δεν ήθελε να εγκαταλείψει την προσπάθειά του να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα του. Μαζί με ένα φίλο του αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια οργάνωση-κίνημα, που θα είχε σα στόχο να ενημερώνει τους νέους της χώρας του, ότι μπορούν και έχουν το δικαίωμα να σπουδάσουν και να επιτύχουν στη ζωή τους. «Ήταν πολιτικό αυτό που θέλαμε να κάνουμε. Επειδή όμως δούλευα για την κυβέρνηση, ήξεραν ποιος είμαι, και αυτό θα μου δημιουργούσε προβλήματα, για αυτό και έφυγα από τον Κονγκό», μας εξηγεί.

Ο Μόμο έχει σπουδάσει Επικοινωνία, αλλά λόγω της κατάστασης στη χώρα του δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. «Επέλεξα το συγκεκριμένο τμήμα για να γίνω δημοσιογράφος», μας λέει. Πριν τις σπουδές του, μαζί με έναν φίλο του, είχαν το δικό τους ραπ συγκρότημα. «Ήμουν πολύ παθιασμένος με τη μουσική και ιδιαίτερα με τη ραπ», τονίζει. Ο Μόμο τραγουδούσε και έφτιαχνε τα βίντεο του συγκροτήματος και ο φίλος του έγραφε τη μουσική. «Μέσα από τις ρίμες μας, θέλαμε να εκφράσουμε τις κοινωνικές δυσκολίες που επικρατούν στην Αφρική και στο Κονγκό». Όπως μας λέει, στο Κονγκό δεν υπήρχαν δισκογραφικές εταιρίες και εταιρίες παραγωγής, «και έτσι αποφασίσαμε να κάνουμε μουσική για εμάς».

Η συζήτηση για το παρελθόν, επαναφέρει το συναίσθημα της νοσταλγίας στη συζήτησή μας. «Μου λείπουν πολλά πράγματα από το Κονγκό. Θα ήθελα να επιστρέψω, αλλά δεν είναι εφικτό προς το παρόν», επισημαίνει.

Ο Μόμο είναι αυτοδίδακτος γραφίστας, και video maker, έχει πολλά ταλέντα και πολλές ιδέες. Οι δεξιότητές του αυτές σε συνδυασμό με την προσωπικότητά του, του είχαν δώσει την ευκαιρία να έχει μια καλή δουλειά, και να κάνει παράλληλα τα πράγματα που αγαπά. «Εγώ ήμουν τυχερός, θα μπορούσα να βοηθήσω άλλους ανθρώπους, που δεν ήταν τυχεροί όπως εγώ, θα μπορούσα να βοηθήσω τους νέους». Υπάρχει ένα πολιτιστικό χάσμα, ανάμεσα στην Ελλάδα και τον Κονγκό, όσον αφορά στον τρόπο προσέγγισης της επιτυχίας, μας αναφέρει. «Εδώ όταν θέλεις να επιτύχεις, και όταν έχεις πολλά ιδέες, οι άνθρωποι σε υποστηρίζουν και σε ενθαρρύνουν. Αντίθετα, στο Κονγκό οι άνθρωποι σε κρατάνε πίσω. Θα σας φέρω ένα παράδειγμα για να καταλάβετε. Στη δουλειά μου ήμουν πολύ πιο δημιουργικός και παραγωγικός από το αφεντικό μου. Ήμουν ένα σημαντικό κεφάλαιο για την εταιρία. Αν όμως επιθυμούσα να πάω σε άλλη εταιρία, το αφεντικό μου θα προτιμούσε να με συλλάβει η κυβέρνηση παρά να πάω σε άλλο γραφείο», μας εξηγεί.

Ο Μόμο για ένα χρόνο ζούσε στο χώρο φιλοξενίας στη Βόλβη, ο οποίος βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη. Ως άνθρωπος με πολλά ενδιαφέροντα και ιδέες, δεν μπορούσε να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα άπραγος. Προσπαθώντας να βρει διέξοδο στις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, ξεκίνησε να κατασκευάζει πράγματα και να ζωγραφίζει. Στο παρελθόν, ο πατέρας του στο χωριό της φυλής τους, δημιουργούσε μάσκες από ξύλο και διάφορα άλλα γλυπτά. Ο Μόμο κληρονόμησε το χάρισμα του πατέρα του. Όταν ήταν μικρός ζωγράφιζε, αλλά όταν άρχισε να δουλεύει χρησιμοποιούσε μόνο τον υπολογιστή του. Στη Βόλβη, μην έχοντας υπολογιστή, παρά μόνο ένα μικρό σημειωματάριο και ένα μολύβι ξεκίνησε, πάλι να κάνει σκίτσα, όπως παλιά. Δημιούργησε τα πορτραίτα των φίλων του, όπως του Μόρια, έκανε το λογότυπο του φόρουμ Umoja, που δημιούργησε η Κονγκολέζικη κοινότητα της Βόλβης και ενθυμούμενος την τέχνη του πατέρα του έκανε τις μάσκες της φυλής του. «Η ζωγραφική είναι ένας τρόπος έκφρασης για εμένα. Όταν έχω μια ιδέα, νιώθω μέσα μου μια έντονη ανάγκη να την αποτυπώσω», επισημαίνει ο Μόμο. Η ζωή του, οι εμπειρίες που έχει ζήσει αποτελούν την πηγή της έμπνευσής του. Όση ώρα μάς δείχνει τα σχέδιά του, διακρίνουμε έναν πίνακα που απεικονίζει τα σύμβολα Ctrl και Z. «Αν είχαμε τη δυνατότητα να πατήσουμε Ctrl και Z στην πραγματική ζωή, ίσως μπορούσαμε να διαγράψουμε όλες τις κακές στιγμές της ζωής μας και να κρατούσαμε μόνο τις καλές», μας εξηγεί.

Ο Μόμο τον τελευταίο μήνα ζει στη Θεσσαλονίκη. Η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά. Όπως μας λέει χαρακτηριστικά, εδώ αισθάνεται ελεύθερος καθώς μπορεί να πάει όπου θέλει, μπορεί να γνωρίσει και να συνομιλήσει με άλλους ανθρώπους, «ένας νέος κόσμος μού έχει ανοιχτεί, γεμάτος ιδέες». Στόχος του τώρα είναι βρει μια δουλειά και να καταφέρει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. «Έχω πολλά όνειρα. Έχω πολλές ιδέες και σχέδια, μπορεί να μην έχω τα μέσα να τα πραγματοποιήσω, αλλά έχω πολλά στο μυαλό μου», μας λέει.

Ο Μόμο θα ήθελε να πάρει το πτυχίο του και να εργαστεί σε μια διαφημιστική εταιρία. Πέρα από αυτό, όνειρό του είναι να δημιουργήσει και τη δική του ανδρική σειρά ρούχων, η οποία θα ονομάζεται Shashengi Concept. «Αυτό το όνομα σημαίνει ο αρχηγός της φυλής», μας ενημερώνει. «Η φυλή από την οποία προέρχομαι, έχει παράδοση στη δημιουργία υφασμάτων. Τα καλύτερα υφάσματα που κατασκευάζονται τα φοράει ο αρχηγός της φυλής», προσθέτει. Αν και δεν έχει σπουδάσει σχέδιο μόδας, θα ήθελε πολύ να ασχοληθεί και με αυτή την τέχνη. Στα παρελθόν όταν πήγαινε σχολείο, σχεδίαζε ρούχα και τα κορίτσια τα έραβαν. Προς το παρόν ο Μόμο συνεχίζει να δημιουργεί, να φτιάχνει βίντεο και να ονειρεύεται τη ζωή του.  


*Ο Μόμο είναι ωφελούμενους του προγράμματος Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας, το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#ArtIsMyLife | ΑΡΜAΝ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Χρειάζεται να έχεις ελπίδα. Αν ένα αστέρι χαθεί από τον ουρανό, αυτό δε σηματοδοτεί το τέλος του ουρανού»

Τί σχέση μπορεί να έχει η βιοχημεία και η γεωλογία με την ποίηση και τον υπαρξισμό; «Καμία» θα απαντούσε κάποιος με ευκολία. Και όμως στην περίπτωση του Αρμάν, η φιλοσοφία και η επιστήμη αλληλοσυμπληρώνονται και γίνονται το όχημα για την κατανόηση του κόσμου τούτου. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην πύλη εισόδου της Ακαδημίας, που ίδρυσε ο Πλάτωνας αναγραφόταν η φράση «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μοι τη θύρα» – Απαγορεύεται η είσοδος σε όποιον δε γνωρίζει γεωμετρία.

Τον Αρμάν τον γνωρίσαμε στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου τον Μάιο που μας πέρασε. Το Γαλλικό Ινστιτούτο σε συνεργασία με το SolidarityNow προσκάλεσε γαλλόφωνους καλλιτέχνες – πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, να συμμετέχουν στις παράλληλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της έκθεσης. Ο Αρμάν πήρε και αυτός μέρος, μαζί με άλλους συμπατριώτες του από το Κονγκό. Συγκεκριμένα, επέλεξε να γράψει δύο ποιήματα, τα οποία τα διάβασαν δυο γυναίκες, εκείνος απλά τις καθοδηγούσε και τις εμψύχωνε. Οι λέξεις, οι μεταφορές, σε συνδυασμό με τον τρόπο ερμηνείας των γυναικών συνεπήρε όλους όσοι είχαν την τύχη να παραβρεθούν εκεί.

Ο Αρμάν, 36 χρονών, είναι ένας θετικός επιστήμονας και φιλόσοφος -όπως ο ίδιος δηλώνει- που αγαπάει τον Πολ Βερλέν και γράφει ποίηση. Σπούδασε Βιοχημεία στο Πανεπιστήμιο της Κινσάσα και Επιστήμες της Γης στη Γαλλία. «Είμαι και φιλόσοφος. Μου αρέσει η φιλοσοφία και να κάνω ερωτήσεις για τη ζωή», μας λέει. Η ανάγκη αποτύπωσης των σκέψεων και των συναισθημάτων του μέσα από το γραπτό λόγο ξεκίνησε όταν ακόμα ήταν παιδί. Έχει γράψει θεατρικά έργα, τα οποία μεταφέρθηκαν στη μικρή σκηνή του σχολείου του. Η μητέρα του, καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο, πάντα τον υποστήριζε και ήταν στο πλευρό του. Θυμάται ότι το πρώτο του ποίημα το έγραψε όταν πήγαινε στο δημοτικό. «Αγαπούσα τη μητέρα μου πάρα πολύ. Έγραφα γι’ αυτήν και για τη ζωή μου», αναφέρει. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό όσοι ασχολούνται με τη λογοτεχνία και την ποίηση είναι δύσκολο να εκδώσουν τη δουλειά τους. Όπως, μας λέει χαρακτηριστικά ο Αρμάν, το καθεστώς δεν έχει τη διάθεση να ενθαρρύνει και να υποστηρίξει καλλιτεχνικές πρωτοβουλίες.

Μεγαλώνοντας άφησε για λίγο στην άκρη την ποίηση για να ασχοληθεί με την επιστήμη. Η γυναίκα του, γιατρός στο επάγγελμα, συνήθιζε να λέει ότι δεν ήξερε αν είχε παντρευτεί επιστήμονα ή φιλόσοφο/ποιητή. «Αγαπώ πολύ τη γυναίκα μου, γνωριστήκαμε στο πανεπιστήμιο», μας αναφέρει και μας δείχνει μια φωτογραφία από το γάμο τους. Κοιτώντας τη φωτογραφία διαπιστώνουμε ότι είναι πολύ όμορφη. Το γράψιμο μπήκε ξανά στη ζωή του, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του. Όλα ξεκίνησαν στη Μόρια της Λέσβου, σχεδόν πριν 1,5 χρόνο. «Όταν ήμουν εκεί, έγραψα ένα σημείωμα για τις άσχημες συνθήκες διαβίωσης, το οποίο ήθελα να στείλω στην Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, αλλά και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Κονγκολέζικη κοινότητα, φοβούμενη ότι αυτό το σημείωμα θα επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στους ίδιους, στάθηκε ενάντια στη δημοσίευσή του», μας εξηγεί. Ύστερα από αυτό, ένιωσε ότι πρέπει να βρει έναν τρόπο για να εκφράσει όλα αυτά που βιώνει. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να οργανώσει ένα φόρουμ προσφύγων.

Ο Αρμάν μεταφέρθηκε στο χώρο φιλοξενίας στη Βόλβη τον περασμένο Αύγουστο. Λόγω της προσωπικότητάς του, κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του και έγινε ο άνθρωπός τους. Πολλοί του εξομολογούνταν τα προβλήματά τους και αναζητούσαν τη συμβουλή του. Ύστερα από πολλές ζυμώσεις και συζητήσεις αποφάσισε και δημιούργησε ένα φόρουμ, του οποίου το όνομα είναι Umoja (στα Σουαχίλι σημαίνει «Μαζί»). Μια φορά την εβδομάδα τα μέλη της ομάδας συγκεντρώνονταν, συζητούσαν και αντάλλασσαν απόψεις για διάφορα θέματα. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Umoja κατάφερε με προσωπική προσπάθεια και δικά της έξοδα, να επιμεληθεί και να σχεδιάσει τρία τεύχη. Το πρώτο αφορούσε την πολιτική κατάσταση στο Κονγκό, το δεύτερο το ταξίδι τους από την Αφρική στην Ευρώπη, και το τρίτο την ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία. Η ομάδα μοίρασε τεύχη της Umoja στην Έκθεση Βιβλίου.

Η Έκθεση Βιβλίου στάθηκε η αφορμή να γράψει πάλι ποίηση. «Ήμουν πολύ απασχολημένος με το φόρουμ, αλλά έγραψα αυτά τα ποιήματα γιατί ήθελα να συμμετέχω. Έτσι έγραψα για την κατάσταση που βιώνω. Τα ποιήματά μου όμως δεν είναι αυτοαναφορικά. Προσπάθησα να τα κάνω πιο γενικά», αναφέρει. Τα δυο ποιήματα είναι σα να είναι ένα, υπάρχει μια λογική αλληλουχία μεταξύ τους. Το πρώτο είναι πιο υπαρξιακό, αφορά στην απώλεια της ταυτότητας, όλων αυτών που καθορίζουν ποιος είσαι. «Θεώρησα ότι ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσω τη σημασία της ύπαρξης ήταν μέσω της απουσίας», σημειώνει ο Αρμάν. Το δεύτερο ποίημα, το εμπνεύστηκε από ένα γαλλικό τραγούδι, το «Espérer» του Michel Sardou και αφορά στην ελπίδα. «Χρειάζεται να έχεις ελπίδα. Αν ένα αστέρι χαθεί από τον ουρανό, αυτό δε σηματοδοτεί το τέλος του ουρανού», μας λέει.

«Τα καλύτερα έρχονται», με αυτή τη φράση τελειώνει ένα από τα ποιήματά του. «Είμαι αισιόδοξος και αυτό είναι που με κάνει να στέκομαι όρθιος αυτή τη στιγμή», τονίζει. Χρειάστηκε να κάνει πολλές ερωτήσεις στον εαυτό του για το νόημα της ύπαρξης και την ίδια του τη ζωή για να μπορέσει να γράψει. Η θεωρία του υπαρξισμού πάντα τον συντρόφευε σε όλη την πορεία της ζωής του. «Όταν ήμουν νέος έγραφα για τον υπαρξισμό, χωρίς να ξέρω καν την έννοια. Αργότερα πηγαίνοντας στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο έμαθα τί εστί υπαρξισμός και συνειδητοποίησα ότι έγραφα για αυτόν χωρίς να το ξέρω», συμπληρώνει. «Έκανα πολλές ερωτήσεις στον εαυτό μου για τη σχέση της ύπαρξης και του ονείρου. Πίστευα ότι η ζωή μου είναι ένα όνειρο μέσα σε ένα άλλο όνειρο και μια μέρα θα ξυπνήσω και θα συνειδητοποιήσω ότι όλα ήταν ένα όνειρο».

«Έχω ανάγκη να εκφραστώ μέσα από τα γραπτά μου, να μιλήσω για τη δυσκολία του να είσαι πρόσφυγας. Εκφράζοντας τη θλίψη μας, είναι ένας τρόπος αποσυμπίεσης όπως λέει ένας φίλος μου», δηλώνει ο Αρμάν και συνεχίζει «είναι ένας τρόπος να εκφράσεις κάτι, μια φωνή από μια έρημο που θέλει να ακουστεί». «Μέσα από το ταξίδι μου, γνώρισα και έζησα με άλλους ανθρώπους. Έπρεπε να δυναμώσω για να καταφέρω να φύγω από τη Μόρια. Είχα σοκαριστεί με όλη αυτή τη βία και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι αιτούντες άσυλο, με τη ζωή τους στη Μόρια και με τη διεθνή κοινότητα που τους άφησε εκεί χωρίς να κάνει τίποτα. Ήταν πολύ σημαντικό για εμένα να γράψω για όλα αυτά. Ήταν έντονη η ανάγκη μέσα μου να μιλήσω για το πώς συμπεριφέρονται στους ανθρώπους, τις απελάσεις, για τη συμφωνία ΕΕ και Τουρκίας».

Για το μέλλον ο Αρμάν είναι συγκρατημένα αισιόδοξος. Σκέφτεται λογικά, χωρίς όμως να χάνει την ελπίδα του. Αυτά που αναζητά τα τελευταία πέντε χρόνια είναι σταθερές. Όλοι χρειαζόμαστε να νιώθουμε ασφαλείς, πόσο μάλλον οι άνθρωποι που έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους. «Νομίζω ότι δε θα υπάρχει κάποια βελτίωση στη ζωή μου στο άμεσο μέλλον, γιατί η γυναίκα μου δεν είναι εδώ. Υπάρχει πολύ μεγάλη αστάθεια προς το παρόν. Πρέπει να συνεχίσω την επαγγελματική μου πορεία, αλλά εδώ δεν υπάρχουν οι κατάλληλες ευκαιρίες. Έτσι λοιπόν είναι κάπως ουτοπικό να μιλάμε για βελτίωση, αλλά πιστεύω ότι θα βρω τις ισορροπίες μου, και θα έχω πίσω τη ζωή μου, γιατί σκέφτομαι θετικά».


*Ο Αρμάν είναι ωφελούμενος του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#artismylife | ΑΜΠΝΤΟΥΛ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Η αποστολή που έχω στη ζωή μου είναι να νοηματοδοτήσω την ύπαρξή μου»

 «Είμαι από τη Γουινέα», μας λέει ο Αμπντούλ και εμείς ψάχνουμε στην υδρόγειο να εντοπίσουμε πού ακριβώς βρίσκεται η χώρα. Η Δημοκρατία της Γουινέας βρίσκεται στη Δυτική Αφρική, βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό και συνορεύει με τη Γουινέα-Μπισσάου, τη Σενεγάλη, το Μάλι, την Ακτή Ελεφαντοστού, τη Λιβερία και τη Σιέρα Λεόνε. Η Γουινέα φαντάζει τόσο μακρινή στα δικά μας μάτια, όχι όμως στα μάτια του Αμπντούλ, ο οποίος ονειρεύεται το ταξίδι του νόστου. Νόστος σημαίνει την επιστροφή στην πατρίδα.

Ο Αμπντούλ, 21 χρονών, ήρθε στην Ελλάδα τον Μάιο του 2017. Είναι ψηλός και γεροδεμένος και έχει ένα ευγενές παρουσιαστικό. Μας μιλάει στα γαλλικά για τη ζωή του και τη σημασία και την αξία της εκπαίδευσης για τους νέους της χώρας του, και όχι μόνο. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι όλες προσεκτικά διαλεγμένες και συναισθηματικά φορτισμένες. Ο Αμπντούλ, τέλειωσε το Λύκειο στη Γουινέα και πέρασε στο Πανεπιστήμιο, και συγκεκριμένα στη σχολή Ασφαλιστικών και Τραπεζικών Σπουδών. Ήταν άριστος μαθητής και του άρεσε πολύ το διάβασμα. Έχει δυο αγαπημένους συγγραφείς, τον Γάλλο Βίκτωρα Ουγκώ και τον συμπατριώτη του Καμαρά Λαγιέ. «Μου αρέσει πολύ ο συγκεκριμένος συγγραφέας, γιατί έχει γράψει πολύ ωραία έργα. Αν βρείτε χρόνο, αξίζει να διαβάσετε βιβλία του. Είναι ένας συγγραφέας του οποίου τα έργα διδάσκονται στο σχολείο και μιλούν για τη Γουινέα και για πιο οικουμενικά και εκπαιδευτικά θέματα», μας πληροφορεί.

Οι σπουδές του Αμπντούλ διακόπηκαν βίαια καθώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εσπευσμένα την πατρίδα του. «Ο κόσμος μας είναι πολύπλοκος, υπάρχει μια τρέλα γενικότερα», σημειώνει. Είχε την πεποίθηση, ότι όλα θα πήγαιναν όπως τα είχε φανταστεί. Ήταν πάντα το καλό παιδί, ο καλός μαθητής, η ζωή του είχε ήδη προκαθοριστεί. Ξαφνικά όμως όλα ανατράπηκαν. «Από εκεί που νόμιζα ότι θα είχα μια φυσιολογική ζωή, όλα άλλαξαν. Αναρωτήθηκα γιατί μου συνέβησαν όλα αυτά. Διαπίστωσα ότι οι άνθρωποι που νόμιζα ότι θα με βοηθούσαν ήταν αυτοί που μου έκοψαν τα φτερά» συμπληρώνει ο Αμπντούλ.

Ο δρόμος τον έφερε πρώτα στη Σάμο. Εκεί ανακάλυψε ότι είχε έφεση στο γράψιμο. Και στο παρελθόν είχε αποπειραθεί να γράψει, αλλά τότε τον απασχολούσαν άλλα πράγματα. Στο νησί υπήρχαν διαστήματα που δεν ήξερε τί να κάνει. Έτσι η μοναδική του διέξοδος ήταν να αποτυπώνει στο χαρτί τις σκέψεις του, να εκφράζει τις πικρίες του, όπως μας λέει χαρακτηριστικά. Όλη αυτή η διαδικασία μέχρι και σήμερα τον βοηθάει να χαλαρώνει. «Υπάρχουν φορές που ο άνθρωπος νιώθει ότι κανείς δε θα τον ακούσει, όσο και αν φωνάξει. Πιστεύω ότι μπορείς να τραβήξεις περισσότερο την προσοχή, αν αποτυπώσεις τη σκέψη σου στο χαρτί για να μπορέσει να φτάσει το μήνυμά σου και να εκφράσεις την οργή που μπορεί να έχεις. Εδώ πλέον περνάω δύσκολες στιγμές, τα συναισθήματα είναι πολλά και ανάμικτα. Είναι δυνατή μέσα μου η ανάγκη μου να αποτυπώσω τις σκέψεις μου, δε θέλω να έχω ένα τετράδιο κενό από σκέψεις, παρθένο, θέλω να εκφράσω την οργή μου», μας επισημαίνει.

Τον ρωτάμε για τη δημιουργική διαδικασία και μας εξηγεί ότι όταν πιάνει το μολύβι και το χαρτί κατακλύζεται από συναισθήματα και σκέψεις, τα οποία πρώτα τα καταγράφει. Στη συνέχεια όμως, επανέρχεται στα γραπτά του. Τα διαβάζει ξανά και προσπαθεί να τα βάλει σε μια τάξη, να δει ποια μπορούν να συνδεθούν, πώς μπορεί να κάνει ρίμες και έτσι νέες ιδέες του έρχονται στο μυαλό. Του ζητάμε να μας πει μια πρόταση από όλα όσα έχει γράψει. Αβίαστα πιάνει το σημειωματάριο μας και σημειώνει μια φράση στα γαλλικά, που σε ελεύθερη μετάφραση, μπορεί να αποδοθεί ως εξής: «η ηχώ της κραυγής μου, δυναμώνει την οργή μου».

Η εκπαίδευση είναι ένα από τα βασικότερα θέματα που τον απασχολούν και αυτό εκφράζεται και μέσα από τα γραπτά του. Η εκπαίδευση στη Γουινέα προσπαθεί ακόμα να καλύψει τα κενά που έχει αφήσει πίσω της η δεινή πολιτική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα. Δεν υπάρχουν κονδύλια, τα βιβλία είναι δυσεύρετα, το ακαδημαϊκό έτος λόγω των απεργιών των εκπαιδευτικών έχει μειωθεί στους έξι μήνες, ενώ κανονικά είναι εννέα. «Οι καλοί καθηγητές που έχουν ευγενείς προθέσεις και είναι σωστά καταρτισμένοι απορροφώνται από τα ιδιωτικά σχολεία και όσοι εργάζονται στα δημόσια δε δείχνουν την προσοχή που απαιτείται με αποτέλεσμα οι μαθητές να στερούνται πολλά πράγματα. Εγώ πήγαινα σε δημόσιο σχολείο», μας αναφέρει ο Αμπντούλ, ο οποίος ήταν ο μοναδικός από την οικογένειά του που είχε περάσει στο Πανεπιστήμιο. Μια εικόνα τού έχει μείνει χαραγμένη στη μνήμη από το Πανεπιστήμιο. Θυμάται ότι 200 φοιτητές προσπαθούσαν να χωρέσουν σε μια μικρή αίθουσα που με τη βία χωρούσε 80 άτομα. Όλοι στρυμωγμένοι, κάποιοι κρέμονταν από τις πόρτες και τα παράθυρα κρατώντας ένα τετράδιο, προσπαθούσαν να ακούσουν τη διάλεξη του καθηγητή. «Ήταν κάτι που βίωσα. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι νέοι στη Γουινέα θέλουν να σπουδάσουν, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα», μας λέει ο Αμπντούλ. «Δε ξέρω αν γνωρίζετε το ρητό του Νέλσον Μαντέλα ο οποίος είπε ότι η απελευθέρωση ενός έθνους είναι συνώνυμη με την παιδεία του. Χωρίς παιδεία δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα στη ζωή. Είναι η βάση για όλα τα πράγματα. Όλα τα παιδιά είναι αθώα, επομένως αν τους στερήσουμε την εκπαιδευτική διαδικασία αυτομάτως τους στερούμε πολλά πράγματα, ενώ μακροπρόθεσμα δεν θα υπάρχει θετικός αντίκτυπος. Αν όλος ο κόσμος είχε πρόσβαση στην παιδεία, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, ο κόσμος μας θα ήταν διαφορετικός, δε θα είχαμε φτάσει στο σημείο που είμαστε σήμερα», συμπληρώνει ο Αμπντούλ.

Ο Αμπντούλ έχει υποβάλλει αίτημα για άσυλο στην Ελλάδα. Πρώτο μέλημά του είναι να συνεχίσει τις σπουδές του στις Πολιτικές Επιστήμες. Ερχόμενος στην Ελλάδα, αποφάσισε να αλλάξει προσανατολισμό. Αρχικά, προσπάθησε με κάθε τρόπο να ενημερωθεί, για το πώς θα μπορέσει να υλοποιήσει το στόχο του. Στην πορεία βέβαια, ανακάλυψε ότι για να σπουδάσει στην Ελλάδα χρειάζεται να περάσει από κάποιες διαδικασίες που απαιτούν χρόνο και υπομονή. Αυτό όμως δεν του έκαμψε το ηθικό, αντίθετα μάλιστα η κατάσταση τον πείσμωσε ακόμα περισσότερο, για να κυνηγήσει το στόχο του. Επέλεξε τη συγκεκριμένη κατεύθυνση σπουδών γιατί όπως μας λέει «έχω όραμα για τη χώρα μου». Ο Αμπντούλ θέλει κάποια στιγμή να επιστρέψει στη Γουινέα και να βοηθήσει στο να αλλάξει η κατάσταση εκεί. Τον ρωτάμε αν του αρέσει η Ελλάδα και αν φαντάζεται το μέλλον του εδώ. «Δε μπορώ να πω κάτι το οποίο δε βγαίνει από την καρδιά μου. Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα και έχω μια δυσκολία ως προς την ένταξη, γιατί υπάρχουν κάποια εμπόδια. Όταν ήμουν στο σχολείο μάς δίδασκαν το Πυθαγόρειο θεώρημα. Επομένως, είχα κι εγώ την εντύπωση ότι θα έρθω στην Ελλάδα και θα βρω ανθρώπους πολύ σκεπτόμενους. Βλέπω όμως ότι εδώ υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξέρουν καν τον Πυθαγόρα, επομένως έχω μια σχετική απογοήτευση», μας λέει με ειλικρίνεια.

Προς το παρόν βρίσκεται σε μια διαρκή αναμονή. Όλο αυτό το διάστημα προσπαθεί να σταχυολογήσει τις σκέψεις του. Επαναφέρει στο μυαλό του όλη αυτή τη διαδρομή που ακολούθησε για να φτάσει στην Ελλάδα. Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, ο Αμπντούλ δεν έχει χάσει την αισιοδοξία του. «Βλέπω τα πράγματα από μια θετική σκοπιά γιατί δεν ξέρω τί μπορεί να επιφυλάσσει το μέλλον, μπορεί να μου επιφυλάσσει κάτι θετικό. Έχω το εξής μότο, εφόσον αναπνέω σημαίνει ότι ελπίζω. Δεν είναι η στιγμή να βάλουμε τα χέρια μας κάτω και να αφεθούμε στην τύχη μας. Απεναντίας πιστεύω ότι το μέλλον είναι μπροστά μας. Εμείς θα το διεκδικήσουμε», λέει.

Το όνειρό του είναι να γράψει ένα βιβλίο, για να εμψυχώσει όλους όσοι έχουν τα ίδια βιώματα με εκείνον. «Θέλω να αφήσω τα ίχνη μου, για να μπορέσουν να τα εντοπίσουν όσοι θα συνεχίσουν μετά από εμένα. Θέλω να γράψω ιστορία. Όπως ο Καμαρά Λαγιέ αποτέλεσε ένα είδωλο και σημείο αναφοράς για εμένα, έτσι και εγώ θέλω να αφήσω κάτι αξιόλογο πίσω μου. Η αποστολή που έχω στη ζωή μου είναι να νοηματοδοτήσω την ύπαρξή μου».


*O Αμπντούλ είναι ωφελούμενος του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#ArtIsMyLife | Η Ζιζέλ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

«Το τραγούδι είναι το πάθος μου. Όταν τραγουδάω αισθάνομαι πολύ καλά. Η μουσική με εμπνέει»

Τα κορίτσια τελείωσαν την πρόβα τους και προχωράμε όλοι μαζί στα μικρά δρομάκια της Βόλβης. Ο Μόρια αρχίζει και τραγουδάει ένα δικό του τραγούδι. Του ζητάμε να μας κάνει μια μικρή μετάφραση. «Με λίγα λόγια, οι στίχοι λένε ότι η αγάπη είναι κροκόδειλος» μάς εξηγεί και τα δυο από τα τρία κορίτσια σκάνε στα γέλια και αρχίζουν και τον πειράζουν. Η Ζιζέλ μόνο χαμογελάει. Έχει σφίξει τα χέρια της μπροστά στο στήθος της, σα να έχει πάρει μια στάση άμυνας.

Η Ζιζέλ έχει ράστα μαλλί και είναι πολύ ψηλή, μοιάζει μεγαλύτερη από την ηλικία της, αλλά είναι 15 χρονών και είναι το νεότερο μέλος της μπάντας. Είναι αρκετά ντροπαλή και πολύ συνεσταλμένη, αλλά τρομερά ταλαντούχα. Συγκεκριμένα, τραγουδάει και γράφει ποιήματα. Όταν μιλάει για τα πράγματα που αγαπάει περισσότερο, τη μουσική και τη λογοτεχνία, τα χέρια της ελευθερώνονται και το πρόσωπο της ζωντανεύει. Η Ζιζέλ ζει στη Βόλβη μαζί με τον πατέρα της και τον αδερφό της. Πριν βρίσκονταν στη Μόρια, στη Λέσβο. Φέτος τον Ιούλιο θα κλείσουν ένα χρόνο διαμονής στην Ελλάδα, αλλά η Ζιζέλ ευελπιστεί ότι σύντομα θα μπορέσουν να πάνε οικογενειακώς στο Βέλγιο για να συναντήσουν τη μητέρα της που πλέον ζει μόνιμα εκεί.

Συζητάμε για το Κονγκό και τη ζωή της εκεί. «Μου λείπει πολύ το σχολείο μου στη Κινσάσα. Σχολείο πήγα μέχρι την Γ’ Γυμνασίου. Μου λείπουν οι φίλοι μου, οι δραστηριότητες που έκανα. Μου λείπουν τα πάντα από το Κονγκό. Τα Σάββατα πηγαίναμε εκδρομές με την οικογένειά μου», μας λέει γεμάτη νοσταλγία. Η αγάπη της για τη μουσική ξεκίνησε από τότε που ήταν μικρή. Συγκεκριμένα, συμμετείχε σε μια εκκλησιαστική παιδική χορωδία. Τα γκόσπελ τραγούδια είναι τα αγαπημένα της. Στην μπάντα μπήκε πριν μερικούς μήνες. Όλοι την υποδέχτηκαν με πολύ χαρά και θέρμη. «Αποφάσισα να συμμετέχω στο συγκρότημα επειδή μου αρέσει το τραγούδι. Το τραγούδι είναι το πάθος μου», τονίζει η Ζιζέλ. «Όταν τραγουδάω αισθάνομαι πολύ καλά. Η μουσική με εμπνέει», σπεύδει να συμπληρώσει.

Στην Ελλάδα πηγαίνει σχολείο και όπως μας λέει έχει και τρεις φίλες, την Αθανασία, τη Μαρίνα και την Έλενα. «Μου αρέσει πολύ το σχολείο, αλλά δυσκολεύομαι γιατί τα πάντα είναι στα ελληνικά» μας λέει η Ζιζέλ, η οποία θέλει να σπουδάσει λογοτεχνία. Τη ρωτάμε για τη ζωή της στη Βόλβη και μας εξομολογείται ότι όταν έφτασαν εδώ με τον πατέρα της και τον αδερφό της, τα πράγματα ήταν δύσκολα. Τότε δεν πήγαινε σχολείο και αναγκαζόταν να μένει στο σπίτι όλη την ημέρα, με αποτέλεσμα να βαριέται. «Η ζωή μου στο Κονγκό ήταν πολύ διαφορετική. Αρνιόμουν να αποδεχτώ το γεγονός ότι έμενα σπίτι και δεν έκανα τίποτα. Μου ήταν πολύ δύσκολο», σημειώνει η Ζιζέλ. Τη ρωτάμε ποια είναι τα όνειρά της και μας απαντάει ότι όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει τραγουδίστρια ή αεροσυνοδός.

Η Ζιζέλ μαζί με τον Μόρια, τον Ρίτσαρντ, τη Σάρα και την Τερέσα τραγούδησε γκόσπελ στην 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα απήγγειλε ποιήματα.


*Η Ζιζέλ είναι ωφελούμενη του προγράμματος «Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας» το οποίο υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

**Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#ArtIsMyLife | Ο Μόρια

G. Moutafis for SolidarityNow

 «Αν υπάρχει ένα πράγμα που με κάνει χαρούμενο είναι να τραγουδάω. Όταν τραγουδάω ξεχνάω τα προβλήματά μου. Ξεχνάω τα πάντα»

Προχωράμε στα δρομάκια που διαχωρίζουν τις μικρές εξοχικές κατοικίες, που κατασκευάστηκαν παλιά στη Βόλβη για να φιλοξενήσουν τους τουρίστες που επισκέπτονταν τα λουτρά της περιοχής. Σε ένα από τα σπίτια ακούγονται γυναικείες φωνές και μια ανδρική να τραγουδούν γκόσπελ και ρούμπα με τη συνοδεία ενός αρμονίου. Ο Μόρια, η Ζιζέλ, η Τερέσα και η Σάρα κάνουν πρόβα τα τραγούδια τους. Ο τέταρτος της παρέας τους, ο Ριτσάρντ, δεν μπόρεσε να έρθει. Πλέον, τα ενοικιαζόμενα δωμάτια στα Λουτρά της Βόλβης έχουν μετατραπεί σε μόνιμες κατοικίες, των οποίων οι ένοικοι είναι πρόσφυγες από τη Συρία, το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Κονγκό, τη Σομαλία, την Ερυθραία και το Πακιστάν.

Ο Μόρια κάθεται μαζί μας στην αυλή του σπιτιού, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας συνεχίζουν την πρόβα τους στο μέσα δωμάτιο. Όλοι τους κατάγονται από το Κονγκό. Ο Μόρια είναι 24 χρονών και στις 15 Ιουνίου γιορτάζει τα δεύτερά του γενέθλια στην Ελλάδα. Στη Βόλβη ζούσε για εννέα μήνες. Έχει σπουδάσει μηχανικός, αλλά ποτέ του δεν ασχολήθηκε με το αντικείμενο αυτό. Η μουσική ήταν η μεγάλη του αγάπη. Όπως μας λέει χαρακτηριστικά «η μουσική στο Κονγκό είναι ότι είναι το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία, είναι μέσα στο αίμα μας». Όταν ήταν μικρός τραγουδούσε σε εκκλησιαστική παιδική χορωδία. Μάλιστα, ο παππούς του ήταν ιερέας. Θυμάται ότι τραγουδούσε παντού, ακόμα και στο σχολείο, με αποτέλεσμα να προκαλεί τον εκνευρισμό της δασκάλας του, η οποία αναγκαζόταν να τον αποβάλει από την τάξη.

Όταν αποφοίτησε από τη Σχολή Μηχανικών έπιασε δουλειά ως ντι-τζέι, αλλά η οικογένειά του έφερε μεγάλες αντιρρήσεις. «Η οικογένειά μου είναι Χριστιανοί και πολύ θρήσκοι. Στο Κονγκό όταν ακολουθείς τους κανόνες της θρησκείας δεν μπορείς να εργάζεσαι σε νυχτερινά μαγαζιά που πουλούν αλκοόλ. Δεν υπάρχει κάποιος νόμος που να ορίζει κάτι τέτοιο αλλά αυτοί είναι κανόνες που τους θέτει η ίδια η οικογένεια. Με μεγάλωσε η αδερφή του πατέρα μου και δεν ήθελε να δουλεύω σε μπαρ. Έτσι, αναγκάστηκα να αφήσω τη δουλειά μου, ωστόσο συνέχισα να τραγουδάω με τους φίλους μου», μας λέει ο Μόρια που εκτός από το να τραγουδάει, παίζει κιθάρα και γράφει στοίχους. Η ρούμπα, η κονγκολέζικη μουσική, η αγάπη, η ζωή του και οι δυσκολίες που έχει περάσει, αλλά και οι τηλεοπτικές σειρές στην τηλεόραση μπορούν να γίνουν η αφορμή για να γράψει στίχους. Κάθε μέρα ακούει πολύ μουσική. Του αρέσει πολύ ο Μάικλ Τζάκσον και μάλιστα ξεκίνησε μαθήματα αγγλικών για να καταλαβαίνει τους στοίχους των τραγουδιών του. Επίσης, θαυμάζει τους Papa Wemba και Tabu Ley Rochereau, -παλιοί Κονγκολέζοι τραγουδιστές. «Η μουσική τους αποτελεί για εμένα πηγή έμπνευσης. Προσπαθώ να αναπαράγω στα τραγούδια μου τον τρόπο που τραγουδούσαν, τον τόνο της φωνής τους. Ένας από τους καλύτερους καλλιτέχνες της νέας γενιάς είναι ο Ferré Gola. Αν υπάρχει ένα πράγμα που με κάνει χαρούμενο είναι να τραγουδάω. Όταν τραγουδάω ξεχνάω τα προβλήματά μου. Ξεχνάω τα πάντα», μας λέει ο Μόρια.

Το Σάββατο 3 Μαΐου, ο Μόρια μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας τραγούδησαν ζωντανά στην 15η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Αφορμή για αυτό το καλλιτεχνικό δρώμενο στάθηκε η συνεργασία του SolidarityNow με το Γαλλικό Ινστιτούτο και τον Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας. «Δέχτηκα να συμμετέχω γιατί μου αρέσει πολύ να τραγουδάω και δεν έχω πάντα την ευκαιρία να το κάνω. Εκτός αυτού είμαι γαλλόφωνος και θέλω να γνωρίσω και να ενταχθώ στη γαλλόφωνη κοινότητα της Θεσσαλονίκης. Για εμάς αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό, καθώς αποτελεί κομμάτι της ταυτότητάς μας. Ελπίζω να μου δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσω κάποιον άνθρωπο που θα δείξει ενδιαφέρον για το ταλέντο μου και θα με βοηθήσει να βελτιώσω τις δεξιότητές μου στο τραγούδι. Το μήνυμα που θέλω να περάσω είναι ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε τον ρατσισμό».

Η ζωή στην Ελλάδα για τον Μόρια δεν είναι εύκολη, κυρίως λόγω του ρατσισμού που βιώνει, όπως ο ίδιος μας εξομολογείται. Εκτός αυτού, το Κέντρο Φιλοξενίας στη Βόλβη -όπου διέμενε- βρίσκεται 50 χιλιόμετρα μακριά από τη Θεσσαλονίκη. «Ήμασταν απομονωμένοι εκεί», σημειώνει. Στη Βόλβη δεν υπάρχουν καφετέριες, εστιατόρια και άλλα μαγαζιά. Ενώ το αντίτιμο που χρειάζεται να πληρώσουν οι κάτοικοι για να πάνε στην πόλη είναι το λιγότερο 8 ευρώ, το οποίο αδυνατούν να πληρώσουν. Και ύστερα είναι η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης. «Δεν μπορούμε να βρούμε δουλειά. Χωρίς δουλειά δεν μπορείς να ζήσεις, να πληρώσεις τα εισιτήριά σου, να αγοράσεις ρούχα. Την Ελλάδα την αγαπάω, αλλά είναι πολύ δύσκολα για εμάς εδώ. Κατάγομαι από την Αφρική, έχω συγγενείς που νομίζουν ότι επειδή είσαι στην Ευρώπη είσαι πλούσιος και όλα είναι εύκολα. Εγώ δεν έχω παιδιά, αλλά έχω φίλους που έχουν παιδιά και έφυγαν από την Αφρική για να τους προσφέρουν μια καλύτερη ζωή. Οι συγγενείς σε παίρνουν τηλέφωνο και σου ζητάνε χρήματα και εσύ δεν μπορείς να τους στείλεις τίποτα».

Ο Μόρια έχει πάρει άσυλο στην Ελλάδα και πλέον φιλοξενείται στο Πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας του SolidarityNow στη Θεσσαλονίκη. Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει προσπαθεί σιγά σιγά να συνηθίσει τη νέα του ζωή. «Κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Ξέρω ότι μια μέρα θα τα καταφέρω».


*Το Πρόγραμμα Στέγασης και Φιλοξενίας υλοποιείται με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και τη χρηματοδότηση της ECHO.

**Το πρόγραμμα Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας υλοποιείται από το SolidarityNow στη Δομή Φιλοξενίας στη Βόλβη με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

***Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη

****Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

#ArtIsMyLife

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

Τί σχέση έχει η Παγκόσμια Ημέρα του Πρόσφυγα (20 Ιουνίου) με τη μουσική; Ή πάλι, τί σχέση μπορεί να έχει η Ευρωπαϊκή Μέρα Μουσικής (21 Ιουνίου) με τους πρόσφυγες; Και όμως έχουν! Το SolidarityNow «χτίζει» γέφυρες αναδεικνύοντας το πώς οι πρόσφυγες μπορούν να συνεισφέρουν στην αρμονική συμβίωση και την ένταξή τους στην κοινωνία με «όχημα» την τέχνη και τον πολιτισμό τους.

Πέρα από την Αφρική: Κονγκό, Γουινέα χώρες που ψάχνεις να τις βρεις στην υδρόγειο. Δεν ξέρεις πολλά για την ήπειρο αυτή, μόνο την έρημο Σαχάρα και τις χώρες των οποίων τα λιμάνια ακουμπούν στη Μεσόγειο. Των άλλων η ιστορία είναι αιματοβαμμένη από την εποχή των αποικιών, τις εμφύλιες διαμάχες, τα πραξικοπήματα και τις επιδημίες που είναι άρρηκτα δεμένες με τη φτώχια. Ένας πόλεμος που μαίνεται χρόνια τώρα, και έχει αφήσει πίσω του χιλιάδες θύματα και πόσους ακόμα πρόσφυγες. Πόσα χιλιόμετρα άραγε χρειάζεται να διανύσει κανείς από την Αφρική για να φτάσει στην Ευρώπη -την επονομαζόμενη Γη της Επαγγελίας; «Πολλά», θα μας απαντήσουν οι άνθρωποι που έκαναν αυτό το ταξίδι.

Πέρα από την Αφρική, με τις αμέτρητες φυλές ιθαγενών, τα τροπικά δάση και τις στέπες, τις τελετουργίες και τις μουσικές, τα ρούχα και τα πολυποίκιλα κοσμήματα και τατουάζ που στολίζουν τα σώματα των γυναικών και των ανδρών, με τους αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με τους συγγραφείς, τους ποιητές, τους ανθρώπους της επιστήμης και τους ακτιβιστές. Εμείς αυτή την Αφρική γνωρίσαμε μέσα από τα μάτια, τις διηγήσεις, τις μουσικές, τα ποιήματα και τα έργα τέχνης 9 ξεχωριστών ανθρώπων που κατάγονται από εκεί. Όσο μακριά κι αν φτάσει κανείς, πάντα θα κουβαλάει μέσα του τη νοσταλγία για την επιστροφή στην πατρίδα.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων στις 20 Ιουνίου αλλά και την Ευρωπαϊκή Μέρα Μουσικής στις 21 Ιουνίου, το SolidarityNow μας συστήνει από σήμερα, μέσα από το αφιέρωμα #ArtIsMyLife, 9 καλλιτέχνες από το Κονγκό και τη Γουινέα των οποίων η Τέχνη είναι η ίδια τους η ζωή.

Ο Μόρια, ο Ρισάρντ, η Τερέσα, η Ζιζέλ, η Σάρα, ο Σάμι, ο Μόμο, ο Αρμόντ και ο Αμπντούλ έχουν βρει στήριξη μέσα από τα προγράμματα της οργάνωσης στη βόρεια Ελλάδα –του προγράμματος Στέγασης και των Κέντρων Υποστήριξης Οικογένειας και Παιδιού στη Βόλβη. Και σήμερα μας μιλάνε για την αγάπη τους στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη μουσική και στη συγγραφή. Η Τέχνη ήταν και παραμένει ο σύντροφός τους σε όλο αυτό το δύσκολο ταξίδι. Μέσα από αυτήν μπόρεσαν να εξομολογηθούν τον πόνο τους, την οργή τους, τους φόβους τους, αλλά και τα όνειρά τους. Ο Πάμπλο Πικάσο είχε πει κάποτε ότι «η Τέχνη ξεσκονίζει από την ψυχή μας τη σκόνη της καθημερινότητας». Κάπως έτσι και για τους 9 αυτούς καλλιτέχνες, η τέχνη τους λειτούργησε θεραπευτικά, τους βοήθησε να στέκονται όρθιοι στα πόδια τους, να προσπαθούν για το καλύτερο, και να ελπίζουν για το «ωραίον».

Το #ArtIsMyLife θέλει να μας υπενθυμίσει κάτι πολύ σημαντικό, ότι τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι μονοδιάστατο. Τα πάντα έχουν μια δυαδικότητα. Κανείς δεν είναι απλά ένας πρόσφυγας, ή ένας αιτών άσυλο, ή ένας μετανάστης, είναι πάντα και κάτι άλλο. Μπορεί να είναι ένας σπουδαίος ποιητής, ή και ζωγράφος, ή συγγραφέας, ή φιλόσοφος και μουσικός.

Θα θέλαμε να σας συστήσουμε τους 9 αυτούς καλλιτέχνες. Αυτές είναι οι ιστορίες τους.


*Τα Προγράμματα Στέγασης και Φιλοξενίας υλοποιούνται με την υποστήριξη της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και τη χρηματοδότηση της ECHO.

**To πρόγραμμα Κέντρα Υποστήριξης Παιδιού και Οικογένειας υλοποιείται από το SolidarityNow με την υποστήριξη της UNICEF και τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τμήμα Ανθρωπιστικής Βοήθειας.

***Η Ηλιακτίδα ΑΜΚΕ με χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες διαχειρίζεται τη Δομή Φιλοξενίας της Βόλβης μέσω του Ι.Α.Τ.Α.Π.

****Ο Διεθνής Οργανισμός Γαλλοφωνίας χρηματοδοτεί την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας σε αιτούντες άσυλο, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

 

#iAmStrong | ΤΖΟΝ

Giorgos Moutafis for SolidarityNow

 «Ο κόσμος μου θα ήταν καλύτερος αν είχα μια ταυτότητα…»

Ο Τζον είναι Σύρος κουρδικής καταγωγής. Διάλεξε το όνομα Τζον για να μας συστηθεί αντί του αληθινού του ονόματος, γιατί ακόμη διατηρεί το φόβο που του επιβάλλει να κρύβεται. Παρότι πια ζει τόσο μακριά από τη χώρα του, στην Αθήνα, φοβάται να αφηγηθεί την ιστορία του με την πραγματική του ταυτότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο Τζον έχει ζήσει την απόρριψη, τον εκφοβισμό και την απειλή των άλλων εξαιτίας του ποιος είναι. Οι άνθρωποι τον έκριναν, τον κατέκριναν, με την υποψία της μη συμβατής με αυτούς, σεξουαλικής του ταυτότητας.

Ο Τζον ανακάλυψε ποιος είναι, κατανόησε πώς νιώθει στα 15 του χρόνια. Είναι γκέι.

Ήξερε από την πρώτη στιγμή που στάθηκε με ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό του ότι η ταυτότητά του αυτή δε θα γινόταν αποδεκτή από την οικογένειά του. Έτσι, ο Τζον, ένα από τα οκτώ παιδιά μιας οικογένειας, αποφάσισε το 2011 να φύγει από την πατρίδα του και να πάει στο Ιράκ, όπου και έζησε μέχρι το 2016. Ο πόλεμος σε συνδυασμό με την έλλειψη ιδιωτικότητας, τόσο μέσα στο ίδιο του το σπίτι όσο και κοινωνικά, έβρισκαν λύση μόνο κάπου αλλού και κάπου μακριά. Μέχρι να φύγει είχε φοιτήσει για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο σπουδάζοντας ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

Όσο καιρό σπούδαζε σε άλλη πόλη και ζούσε μόνος του έμαθε να μαγειρεύει. “Λατρεύω τη μαγειρική. Έμαθα να μαγειρεύω καλά με τη βοήθεια της μαμάς μου που μου έδινε οδηγίες από το τηλέφωνο. Και τη μαμά μου τη λατρεύω“. Έτσι έζησε στο Ιράκ. Εργαζόταν ως σεφ σε ένα ξενοδοχείο 4 αστέρων.

Τελικά, έφυγε για τους ίδιους λόγους και από το Ιράκ. Με ενδιάμεσο σταθμό την Τουρκία έφτασε στη Χίο, από εκεί στην Αθήνα, μετά στη Θεσσαλονίκη και τέλος στην Ειδομένη. Τέσσερις μήνες παρέμεινε εκεί περιμένοντας να φύγει, σε καθεστώς τρόμου – “οι άλλοι θα με σκότωναν αν καταλάβαιναν ότι είμαι γκέι“. Στόχος του ήταν να κατορθώσει να κάνει πραγματικότητα αυτό που σκεφτόταν από την αρχή του ταξιδιού του, να φτάσει είτε στην Ολλανδία είτε στην Ελβετία. Δυο χώρες στις οποίες φανταζόταν ότι θα ζούσε ελεύθερος. Το όνειρο ματαιώθηκε με το κλείσιμο των συνόρων και ο Τζον ήρθε αντιμέτωπος με τον εαυτό του, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει. Απομονώθηκε και άρχισε να παλεύει με την κατάθλιψη.

Με την επιστροφή του στην Αθήνα, γνώρισε το SolidarityNow και εντάχθηκε στο πρόγραμμα Safe Refugee | Ασφαλής Πρόσφυγας, το οποίο απευθύνεται σε πρόσφυγες – μέλη της ΛΟΑΤΙ κοινότητας.

Ξεκίνησε να ζει σε ένα κανονικό σπίτι, να μη φοβάται. Έτσι κατάφερε να προσφέρει βοήθεια και στον παλιό του φίλο Πινάρ, ο οποίος τον αναζήτησε στην Ελλάδα όταν πια και αυτός κατάφερε να ξεφύγει από τους ίδιους κινδύνους.

Σήμερα είναι συγκάτοικοι και μοιράζονται την καθημερινότητά τους στη νέα τους πόλη, την Αθήνα, η οποία αρέσει πολύ στον Τζον κυρίως γιατί το κλίμα τού θυμίζει τη Συρία. Έχοντας ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό την έντονη στενοχώρια, σκέφτεται πια ότι ναι μεν ματαιώθηκε το όνειρό του για μια άλλη χώρα, αλλά ίσως η Αθήνα να αποδειχθεί ένας πολύ σημαντικός σταθμός για αυτόν και το μέλλον του. Και πράγματι ο Τζον κάνει ό,τι περισσότερο μπορεί ώστε να κερδίζει σε γνώσεις από την παραμονή του εδώ.

Παρακολουθεί τα μαθήματα ελληνικών και αγγλικών που παρέχονται στους ωφελούμενους του προγράμματος, συμμετέχει με επιτυχία σε δραστηριότητες και εκδηλώσεις που έχουν σχέση με τη μαγειρική και το σημαντικότερο όλων, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η υποτροφία που κέρδισε μέσω του προγράμματος “From Camp to Campus”, και σήμερα φοιτά στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Deree – “Η εμπειρία που ξεχωρίζω από ό,τι έχω ζήσει μέχρι σήμερα εδώ είναι το Deree!”

Θυμάται όμως και τη χειρότερη εμπειρία του που είναι όταν έλαβε την πρώτη αρνητική απάντηση στο αίτημα ασύλου του στην Ελλάδα. Τώρα όμως αυτό το προσμένει καρτερικά πια αφού οι εξελίξεις της αίτησής του προμηνύονται θετικές.

Ο Τζον είναι ένας γλυκός, ντροπαλός και δραστήριος 26χρονος που πιστεύει ότι αν προσπαθήσει θα καταφέρει να φτιάξει μια καλύτερη ζωή – μια ζωή στην οποία δε βάζει σύνορα. Είναι πρόθυμος να ταξιδέψει εκεί που θα είναι καλύτερα για εκείνον. Στο μεταξύ αποκτά ολοένα και περισσότερες γνώσεις γιατί “θέλω να εργαστώ ως διερμηνέας, γιατί έτσι θα μπορώ να βοηθώ άλλους πρόσφυγες“.

Η συνάντησή μας ολοκληρώνεται και ο Τζον, όρθιος πια έτοιμος να φύγει για το μάθημά του, μας λέει “Ξέρεις κάτι; Ο κόσμος μου θα ήταν καλύτερος αν είχα μια ταυτότητα, μια κανονική ταυτότητα με το όνομά μου, όχι μια ταυτότητα που γράφει πρόσφυγας“.


*Ο Τζον διαμένει σε δομή της οργάνωσης στο πλαίσιο του προγράμματος ‘Safe Refugee| Ασφαλής Πρόσφυγας’ που υλοποιεί το SolidarityNow και το οποίο αποτελεί μέρος του προγράμματος Έκτακτης Ανάγκης Υποστήριξης για την Ένταξη & τη Στέγαση, ESTIA, της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες και χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας και Πολιτικής Προστασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECHO).

** Μέσω του προγράμματος Safe Refugee | Ασφαλής Πρόσφυγας, το SolidarityNow παρέχει στέγαση σε ΛΟΑΤΙ πρόσφυγες, σε ανεξάρτητα διαμερίσματα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Όσοι και όσες συμμετέχουν στο πρόγραμμα λαμβάνουν δωρεάν υπηρεσίες ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, νομικής συμβουλευτικής, συμμετέχουν σε εκπαιδευτικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες και είναι μέλη ενός ευρύτερου δικτύου υποστήριξης που στοχεύει στη βελτίωση των συνθηκών ζωή τους και στην υποστήριξή τους κατά τη διάρκεια διαμονής τους στην Ελλάδα.